Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπαγορευτικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὑπᾰγορευτικός Medium diacritics: ὑπαγορευτικός Low diacritics: υπαγορευτικός Capitals: ΥΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟΣ
Transliteration A: hypagoreutikós Transliteration B: hypagoreutikos Transliteration C: ypagoreftikos Beta Code: u(pagoreutiko/s

English (LSJ)

ή, ον,

   A suggestive, τινος S.E.M.8.201: Comp. -ώτερος Gal.10.493.

German (Pape)

[Seite 1179] ή, όν, zum Aussagen od. Anzeigen geschickt, S. Emp. adv. log. 2, 201.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπᾰγορευτικός: -ή, -όν, ὁ ὑπαγορεύων, ὑπομιμνήσκων ἢ ὑποδεικνύων τι, τινος Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 8. 200.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α ὑπαγορεύω
ο ικανός στο να υποδεικνύει κάτι.

Russian (Dvoretsky)

ὑπᾰγορευτικός: внушающий, подсказывающий: τὸ σημεῖον ὑπαγορευτικὸν τοῦ σημειωτοῦ Sext. обозначение, вызывающее в представлении обозначаемый (им) предмет.