Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπολογίζομαι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὑπολογίζομαι Medium diacritics: ὑπολογίζομαι Low diacritics: υπολογίζομαι Capitals: ΥΠΟΛΟΓΙΖΟΜΑΙ
Transliteration A: hypologízomai Transliteration B: hypologizomai Transliteration C: ypologizomai Beta Code: u(pologi/zomai

English (LSJ)

A take into account, take account of, ὑ. εἰς τὴν μίσθωσιν put the payment to the account of... ib.2492.26:—Pass. in pass. sense, -ισθεισὼν τῶν γεγενημένων προσόδων SIG364.92 (Ephesus, iii B. C.); ὑπολογ-ισθήσεται ἡ τιμὴ εἰς τὰς γινομένας ἀναφοράς PRev.Laws 34.9 (iii B. C.). 2 τὴν τιμὴν ἐκ τῶν ὀψωνίων ὑ. deduct the price from... Plb.6.39.15: so in Act., Ptol.Geog.1.14.6, and Pass., ib.1.13.3. 3 metaph., take into account, κίνδυνον ὑ. τοῦ ζῆν ἢ τεθνάναι Pl.Ap.28b; τοὺς παρεληλυθότας πόνους Id.Phdr. 231b; τὸ ἀλγεινόν Id.Grg.480c, cf. D.18.99,197; οὐδὲν ὑπελογίζοντο τὰς νίκας (sc. τοῦ Κίμωνος) And.4.33, cf. Din.1.5; μηδὲν ὑ. τὸ ξενικὸν [τῶν νόμων], ἂν βελτίους φαίνωνται Pl.Lg.702c; ὑ. . . εἰ ἀποθνῄσκειν δεῖ πρὸ τοῦ ἀδικεῖν Id.Cri.48d.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

ὑπολογίζομαι: μέλλ. -ίσομαι, Ἀττ. -ιοῦμαι· ἀποθ. Ὑπολογίζω, «λογαριάζω», περιλαμβάνω εἰς τὸν λογαριασμόν, τὸ ξενικὸν αὐτῶν Πλάτ. Νόμ. 702C· ὑπ. εἰς τὴν μίσθωσιν, ὑπολογίζω, λογαριάζω εἰς..., Συλλ. Ἐπιγρ. 93. 26· τὴν τιμὴν ἐκ τῶν ὀψωνίων ὑπ., ὑποβιβάζω τὴν τιμὴν ἐκ..., Πολύβ. 6. 39, 15· - ὁ Πτολεμ. ποιεῖται χρῆσιν τοῦ ἐνεργ., τοῦ δὲ παθητ. ἐπὶ παθ. σημασίας. 2) μεταφορ., λογαριάζω, «λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν», κίνδυνον ὑπ. τοῦ ζῆν ἢ τεθνάναι Πλάτ. Ἀπολ. 28Β· τοὺς παρελυθότας πόνους ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρῳ 231Β· τὸ ἀλγεινὸν ὁ αὐτ ἐν Γοργ. 480C· πρβλ. Δημ. 259. 7., 294. 6· οὐδὲν ὑπ. Ἀνδοκ. 33. 27· - παρατηρῶ, ἐξετάζω, ἑπομένης προτάσεως διὰ τοῦ εἰ, μὴ οὐ δέῃ ὑπολογίζεσθαι οὔτ’ εἰ ἀποθνήσκειν δεῖ Πλάτ. Κρίτων 48D.

French (Bailly abrégé)

f. ὑπολογίσομαι, att. ὑπολογιοῦμαι;
1 porter en compte, mettre en ligne de compte;
2 fig. prendre en considération, avoir égard à, acc..
Étymologie: ὑπό, λογίζομαι.

Greek Monolingual

Α
βλ. υπολογίζω.

Greek Monotonic

ὑπολογίζομαι: μέλ. -ίσομαι, Αττ. -ιοῦμαι· αποθ., υπολογίζω, λογαριάζω, λαμβάνω υπ' όψη, σε Πλάτ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ὑπολογίζομαι:
1) принимать в расчет (τι Plat.): κίνδυνον ὑ. τοῦ ζῆντεθνάναι Plat. считаться с опасностью для жизни; οὐδένα κίνδυνον ὑπολογισάμενος Dem. не обращая внимания ни на какие опасности;
2) высчитывать, исчислять: ὑ. τὴν τιμὴν ἔκ τινος Polyb. исчислять стоимость на основании чего-л.

Middle Liddell

fut. ίσομαι attic ιοῦμαι
Dep.:— to take into account, take account of, Plat., Dem.