Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑποχείριος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ὑποχείριος Medium diacritics: ὑποχείριος Low diacritics: υποχείριος Capitals: ΥΠΟΧΕΙΡΙΟΣ
Transliteration A: hypocheírios Transliteration B: hypocheirios Transliteration C: ypocheirios Beta Code: u(poxei/rios

English (LSJ)

ον, Pl.Tht.198a, Plt.308a; ος, α, ον, Id.Erx.392c, Hdt.5.91: (χείρ):—

   A under the hand, in hand, χρυσὸν ὅτις χ' ὑποχείριος ἔλθῃ Od.15.448, cf. Anon. ap. Suid., and v. πρόχειρος.    2 mostly of persons, under any one's hand or control, under command, subject, τισι Hdt.6.33,44; ὑ. εἶναι, γενέσθαι τισί, ib.119, A.Supp.392 (lyr.), X.An.3.2.3, Pl.Lg.683d; ὑποχειρίους ποιέεσθαί τινας make subject, bring into subjection, Hdt.1.106; ὑποχειρίας παρέξειν τὰς Ἀθήνας Id.5.91; ὅταν δ' ὑποχείριος ἔλθῃ Thgn.363; λαβεῖν τινα ὑποχείριον to get into one's power, E.Andr.736, Lys.4.5, etc.; ὑ. ἔχειν τινάς Th. 3.11, etc.; τὰ ὑ. τέκνα POxy.1642.5 (iii A. D.); ὑ. τὸν ἵππον ἔχειν keep him 'well in hand', X.Eq.8.12; τὴν χώραν ὑ. τοῖς πολεμίοις παραδόντα Lycurg.8, cf. X.Cyr.5.3.13; ὑ. τοῖς ἰητροῖς in the power of... Hp.Medic.1; of wild birds, ὑ. ποιήσασθαι keep them in captivity, Pl.Tht.197c; ὑ. τὰς ἐπιστήμας ἔχει ib.198a.

Greek (Liddell-Scott)

ὑποχείριος: -ον, Πλάτ. Θεαίτ. 198Α, Πολιτικ. 308Α· ος, α, ον, ὁ αὐτ. ἐν Ἐρυξ. 392C καὶ ὁ Ἡρόδ.· (χείρ)· ― ὁ ὑπὸ τὴν χεῖρα, οἴσω γὰρ καὶ χρυσόν, ὅστις χ’ ὑποχείριος ἔλθῃ, «ὅστις εἰς χεῖράς μοι ἔλθῃ, ὑπὸ ταῖς ἐμαῖς χερσὶ γένηται» (Εὐστ.), Ὀδ. Ο. 448, πρβλ. Σουΐδ., ἔνθα = πρόχειρος, «ὑποχείριον, τὸ ὑπὸ τὴν χεῖρα... ‘οἵ δὲ ὅ τι ποτὲ περέπιπτεν αὐτοῖς ὑποχείριον’». 2) ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπὶ προσώπων, ὁ ὑπὸ τὴ χεῖρα ἢ τὴν ἐξουσίαν τινός, ὁ ὑπὸ τὰς διαταγάς τινος, ὑποκείμενος, ὑποτεταγμένος, τινι Ἡρόδ. 6. 33. 44, κλπ.· ὑποχειρίους ποιεῖσθαι καὶ παρέχειν ὁ αὐτ. 1. 106., 5. 91, κ. ἀλλ.· ὑπ. εἰμι ἢ γίγνομαί τινι Ἡρόδ. 6. 119, Αἰσχύλ. Ἱκ. 392, Ξεν. Ἀν. 3, 2, 3· ὅταν δ’ ὑποχείριος ἔλθῃ Θέογν. 363Β· λαμβάνω τινὰ ὑποχείριον, φέρω τινὰ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν μου, Εὐρ. Ἀνδρ. 736, Λυσί. 101. 10, κλπ.· ἔχειν τινὰ ὑπ. Θουκ. 3. 11, κλπ.· ὑποχ. τὸν ἵππον ἔχειν, ἐν ὑποταγῇ, Ξεν. Ἱππ. 8. 12· ὑπ. παραδιδόναι ἢ ποιεῖν τινά τινι Λυκοῦργ. 148. 39, Ξεν. Κύρ. Παιδ. 5. 3, 13· ὑπ. τῷ ἰητρῷ, ὑπὸ ἰατρικὴν θεραπείαν, Ἱππ. 19. 25· ἐπὶ ἀγρίων ὀρνίθων, ὑποχειρίους ἐποιήσατο Πλάτ. Θεαίτ. 197C· ὑπ. τὰς ἐπιστήμας ἔχειν αὐτόθι 198Α. ― Ἐπίρρ., ὑποχειρίως ἔχειν τῷ ἑτέρῳ τὸ ἕτερον Γρηγ. Νύσσ. τ. 3, σ. 107D.

French (Bailly abrégé)

ος ou α, ον :
1 qui est sous la main;
2 qui est sous la dépendance de, soumis à, τινι : ὑποχείριον ποιεῖν τινά τινι HDT remettre qqn entre les mains, càd au pouvoir d’un autre ; ὑποχείριον ποιεῖσθαι HDT soumettre à sa puissance ; ἔχειν ὑποχείριόν τινα ou τι THC avoir qqn ou qch en son pouvoir, être maître de qqn ou de qch ; ὑποχείριον εἶναί τινι HDT, γίγνεσθαί τινι ESCHL être au pouvoir de, tomber entre les mains de qqn.
Étymologie: ὑπό, χείρ.

English (Autenrieth)

(χείρ): under the hand, ‘under my hands,’ Od. 15.448†.

Greek Monolingual

-α, -ο / ὑποχείριος, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και -ία Α
μτφ. (συν. για πρόσ.) αυτός που βρίσκεται υπό την εξουσία κάποιου, που είναι υποταγμένος σε κάποιον (α. «έχει καταντήσει υποχείριό του» β. «ὑποχειρίους ποιεῑσθαι», Ηρόδ.)
αρχ.
1. αυτός που βρίσκεται κάτω από το χέρι ή μέσα στο χέρι κάποιου («οἴσω γὰρ καὶ χρυσόν, ὅστις χ' ὑποχείριος ἔλθῃ», Ομ. Οδ.)
2. (για ζώο) υπάκουος, πειθήνιος
3. (για άγριο πτηνό) εξημερωμένος
4. μτφ. αυτός που είναι εύκολος για κάποιον, που κατέχεται από κάποιον («ὑποχειρίους τὰς ἐπιστήμας ἔχειν», Πλάτ.)
5. φρ. «ὑποχείριος τῷ ἰητρῷ» — αυτός που βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση, υπό θεραπεία (Ιπποκρ.).
επίρρ...
ὑποχειρίως Α
1. μέσα στο χέρι
2. σε υποταγή
3. φρ. «ὑποχειρίως ἔχω τινί» — υποτάσσομαι σε κάποιον, υπακούω κάποιον (Γρηγ. Νύσσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + -χείριος (< χείρ, χειρός), πρβλ. μετα-χείριος.

Greek Monotonic

ὑποχείριος: -ον και -α, -ον (χείρ),
1. αυτός που βρίσκεται κάτω από το χέρι, εξουσία κάποιου, αυτός που βρίσκεται στο χέρι κάποιου, στην δικαιοδοσία του, σε Ομήρ. Οδ.
2. λέγεται για πρόσωπα, ο υποκείμενος στην εξουσία κάποιου, ο υπό τις διαταγές του, τινι, σε Ηρόδ. κ.λπ.· λαβεῖν τινα ὑποχείριον, οδηγώ κάποιον υπό την εξουσία μου, σε Ευρ.· ἔχειντινὰ ὑποχείριον, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ὑποχείριος: и 3
1) имеющийся под рукой, наличный (χρυσός Hom.);
2) подвластный, подчиненный (τινι Her., Aesch., Xen.): ὑποχείριον ποιῆσαί τινι τὸ χωρίον Xen. подчинить местность кому-л.; ὑποχείριον λαβεῖν τι Thuc., Lys. захватить что-л., завладеть чем-л.; ὑποχείριον γενέσθαι τινί Aesch., Lys., Xen. быть захваченным кем-л.; ὑποχειρίους τὰς ἐπιστήμας ἔχειν Plat. обладать знаниями.

Middle Liddell

ὑποχείριος, ον, χείρ
1. under the hand, in hand, Od.
2. of persons, under any one's hand, under command, subject, τινι Hdt., etc.; λαβεῖν τινα ὑποχείριον to get into one's power, Eur.; ἔχειν τινὰ ὑπ. Thuc.