Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑρμίνη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὑρμίνη Medium diacritics: ὑρμίνη Low diacritics: υρμίνη Capitals: ΥΡΜΙΝΗ
Transliteration A: hyrmínē Transliteration B: hyrminē Transliteration C: yrmini Beta Code: u(rmi/nh

English (LSJ)

μάχη, πόλις, Theognost. Can.23 (cf. ὑσμίνη, and Ὑρμίνη, Il. 2.616). ὕρον,

   A = σμῆνος, Hsch.; cf. ὕρους, = σίμβλον, Theognost. Can.23: hence ὑριατόμος (q.v.). ὕρραδα· σπυρίδιον, ibid. ὑρράδιος· προγονίος ἢ ἄδοξος, ibid., cf. Hsch.: Ὑρράδιος, son of Ὕρρας, i.e. Pittacus, D.T.634.31, cf. Call.Epigr.1. ὔρραξ, v. ὑράξ.

Greek Monolingual

Α
(κατά τον Θεόγνωστ.) «μάχη, πόλις».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. πιθ. αντί του ὑσμίνη «μάχη, συμπλοκή», κατ' επίδραση του ονόματος της κόρης του Νηλέως Ὑρμίνη].