Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑσκλωτός

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ὑσκλωτός Medium diacritics: ὑσκλωτός Low diacritics: υσκλωτός Capitals: ΥΣΚΛΩΤΟΣ
Transliteration A: hysklōtós Transliteration B: hysklōtos Transliteration C: ysklotos Beta Code: u(sklwto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A having a ὕσκλος, ὑπόδημα Dicaearch. 1.19.

Greek (Liddell-Scott)

ὑσκλωτός: -ή, -όν, ὁ ἔχων ὕσκλους, ὑπόδημα ὑσκλωτόν, ὥστε γυμνοὺς σχεδὸν ἐκφαίνεσθαι τοὺς πόδας Δείναρχ. σ. 16 Huds.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
(για υπόδημα) αυτός που έχει ὕσκλους, δηλαδή δερμάτινα κορδόνια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕσκλος + κατάλ. -ωτός (πρβλ. ὀδοντ-ωτός)].