Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑφαντοδόνητος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὑφαντοδόνητος Medium diacritics: ὑφαντοδόνητος Low diacritics: υφαντοδόνητος Capitals: ΥΦΑΝΤΟΔΟΝΗΤΟΣ
Transliteration A: hyphantodónētos Transliteration B: hyphantodonētos Transliteration C: yfantodonitos Beta Code: u(fantodo/nhtos

English (LSJ)

poet. ὑφαντο-δόνᾱτος, ον,

   A swung in the weaving, woven, ἔσθος Ar.Av.943 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

ὑφαντοδόνητος: -ον, ὁ διὰ τῆς δονήσεως τῆς κερκίδος ὑφανθείς, ὑφαντός, ὃς ὑφαντοδόνητον ἔσθος οὐ πέπαται Ἀριστοφάν. Ὄρν. 943.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
tissé par la navette au mouvement agile.
Étymologie: ὑφαντός, δονέω.

Greek Monolingual

και ποιητ. τ. ύφαντοδόνατος, -ον, Α
αυτός που κατασκευάστηκε με δόνηση της κερκίδας, ο υφαντός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑφαντός + -δόνητος (< δονῶ), πρβλ. οἱστρο-δόνητος].

Greek Monotonic

ὑφαντοδόνητος: -ον (δονέω), υφασμένος από τη δόνηση, «πέταγμα», γρήγορη κίνηση της σαΐτας του αργαλειού, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὑφαντοδόνητος: прошедший через ткацкий станок, т. е. тканый (ἔσθος Arph.).

Middle Liddell

ὑφαντο-δόνητος, ον, δονέω
woven by the flight of the shuttle, Ar.