Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑφαρμόζω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὑφαρμόζω Medium diacritics: ὑφαρμόζω Low diacritics: υφαρμόζω Capitals: ΥΦΑΡΜΟΖΩ
Transliteration A: hypharmózō Transliteration B: hypharmozō Transliteration C: yfarmozo Beta Code: u(farmo/zw

English (LSJ)

Att. ὑφαρμόττω,

   A fit under (intr.), τῇ μασχάλῃ Hp.Art.7: —Pass., Ptol.Alm.5.1; τρόπις ὑφήρμοσται τῇ νηΐ Philostr.Im.2.15.

Greek (Liddell-Scott)

ὑφαρμόζω: Ἀττ. -ττω, προσαρμόζομαι κάτωθεν (ἀμετάβ.), ὡς ὑφαρμόσειε τῇ μασχάλῃ Ἱππ. περὶ Ἄρθρ. 783· ― οὕτως ἐν τῷ παθ., τὰ μέλη τὰ ὑφηρμοσμένα τῇ κεφαλῇ Γρηγ. Νύσσ. τ. 2, σ. 722Β.

Greek Monolingual

και αττ. τ. ὑφαρμόττω Α ἁρμόζω
1. προσαρμόζω κάτι κάτω από κάτι άλλο·2. συνενώνω κάτι με κάτι άλλο («ὡς ὑφαρμόσειε τῇ μασχάλῃ», Ιπποκρ.).