Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑψαγόρας

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Full diacritics: ὑψᾰγόρας Medium diacritics: ὑψαγόρας Low diacritics: υψαγόρας Capitals: ΥΨΑΓΟΡΑΣ
Transliteration A: hypsagóras Transliteration B: hypsagoras Transliteration C: ypsagoras Beta Code: u(yago/ras

English (LSJ)

Ion. ὑψαγόρ-ης, ου, ὁ, (ἀγορεύω)

   A boaster, braggart, Od.1.385, 2.85, al.: in late Prose, Men. Prot.p.6D.

Greek (Liddell-Scott)

ὑψᾰγόρας: Ἰων. ης, ου, (ἀγορεύω) μεγαλορρήμων, ὁ τὰ μικρὰ καὶ ταπεινὰ ὑψηλῶς ἀγορεύων, μεγαλήγορος, ὑψηλoλόγος, Ὀδ. Α. 385, Β. 85, κλπ.

French (Bailly abrégé)

ου;
adj. m.
qui parle haut ou fort, vantard.
Étymologie: ὕψι, ἀγορεύω.

Greek Monolingual

και ιων. τ. ὑψαγόρης, -ου, ὁ, Α
ὑψήγορος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕψι «ψηλά» + -ᾱγόρᾱς (< ἀγορά), πρβλ. πυλ-αγόρας].

Greek Monotonic

ὑψᾰγόρας: Ιων. -ης, -ου, ὁ (ἀγορεύω), πολυλογάς, καυχησιάρης, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ὑψαγόρας: эп. ὑψαγόρης, ου ὁ высокопарный говорун Hom., Luc.

Middle Liddell

ὑψ-ᾰγόρας, ιονιξ -ης, ου, ὁ, ἀγορεύω
a big talker, boaster, braggart, Od.