Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑψηλαυχενία

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: ὑψηλαυχενία Medium diacritics: ὑψηλαυχενία Low diacritics: υψηλαυχενία Capitals: ΥΨΗΛΑΥΧΕΝΙΑ
Transliteration A: hypsēlauchenía Transliteration B: hypsēlauchenia Transliteration C: ypsilafchenia Beta Code: u(yhlauxeni/a

English (LSJ)

ἡ,

   A carrying the neck high, X.Eq.10.13 (ὑψαυχ- cj. Dind.).

Greek (Liddell-Scott)

ὑψηλαυχενία: ἡ, τὸ ὑψηλαυχενεῖν, Ξεν. Ἱππ. 10, 13.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
attitude de l’animal qui redresse le cou, fierté.
Étymologie: ὑψηλός, αὐχήν.

Greek Monolingual

και εσφ. γρφ
ύψηλαυχένεια, ἡ, Α [[ὑψηλαύχην, -ενος]]
1. το να κρατά κανείς ψηλά τον αυχένα
2. το να βαδίζει κανείς αγέρωχα
3. μτφ. περηφάνια, έπαρση.

Greek Monotonic

ὑψηλαυχενία: ἡ (αὐχήν), το κράτημα του αυχένα ψηλά, περηφάνια, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ὑψηλαυχενία: ἡ (у лошади) крутизна шеи, т. е. горделивая осанка Xen.

Middle Liddell

ὑψηλ-αυχενία, ἡ, αὐχήν
a carrying the neck high, Xen.