Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑψηλοκάρδιος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὑψηλοκάρδιος Medium diacritics: ὑψηλοκάρδιος Low diacritics: υψηλοκάρδιος Capitals: ΥΨΗΛΟΚΑΡΔΙΟΣ
Transliteration A: hypsēlokárdios Transliteration B: hypsēlokardios Transliteration C: ypsilokardios Beta Code: u(yhloka/rdios

English (LSJ)

ον,

   A high-hearted, proud, LXXPr.16.6(5), Sm.Ec. 7.9(8).

Greek (Liddell-Scott)

ὑψηλοκάρδιος: -ον, ὁ ὑψηλὴν καρδίαν ἔχων, ὁ ὑψηλὰ φρονῶν, ὑψηλόνους, ὑψηλόφρων, Ἑβδ. (Παροιμ. ΙϚ΄, 5).

Greek Monolingual

-ον, Α
υπεροπτικός, αλαζόνας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑψηλός + -κάρδιος (< καρδία), πρβλ. μεγαλο-κάρδιος].