Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὕαινα

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: ὕαινᾰ Medium diacritics: ὕαινα Low diacritics: ύαινα Capitals: ΥΑΙΝΑ
Transliteration A: hýaina Transliteration B: hyaina Transliteration C: yaina Beta Code: u(/aina

English (LSJ)

[ῠ], ἡ, prop. a fem. of ὗς:    I the striped hyena, a carnivorous animal with a bristly mane like a hog (whence the name), Hyaena striata, Hdt.4.192, Arist.HA579b15, Ael.NA7.22, Opp.C.3.263; also called γλάνος, Arist.HA594a31; cf. κροκόττας.    2 a kind of antelope, Ael.NA15.15 (s.v.l.).    II a sea-fish, Numen. ap. Ath.7.326f, Ael.NA13.27; also ὑαινίς, ίδος, ἡ, Epich.65; v. ὗς 11.    III in Porph.Abst.4.16 ὑαίνας is most prob. an error for λεαίνας, as the corresponding masc. is λέοντες.

Greek (Liddell-Scott)

ὕαινᾰ: ἡ, κυρίως θηλ. τοῦ ὗς· Ι. ἄγριον θηρίον τῆς Λιβύης, πιθαν. ἡ τῶν μεταγενεστέρων ὕαινα (hyaena), ζῷον ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ κυνὸς ἔχον τραχεῖαν χαίτην ἢ σειρὰν τριχῶν ἐπὶ τῶν νώτων οἵαν ὁ χοῖρος (ὅθεν καὶ τὸ ὄνοαμ), Hyaena striata, Ἡρόδ. 4. 192, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 32., 8. 5, 2, Αἰλ. π. Ζ. 7. 22· καλεῖται καὶ γλάνος, Ἀριστ. ἔνθ’ ἀνωτ.· πρβλ. κροκόττας. ΙΙ. θαλάσσιός τις ἰχθύς, Νουμήν, παρ’ Ἀθην. 326F, Αἰλ. π. Ζ. 13. 27· καὶ ὑαινίς, -ίδος, Ἐπίχαρμ. 38 Ahr.· ἴδε ὗς ΙΙ. ΙΙΙ. παρὰ Πορφ. π. Ἀποχ. 4. 16 (σ. 320) τὸ ὑαίνας φέρεται προφανῶς ἡμαρτημένως ἀντὶ τοῦ λεαίνας· ἐπειδὴἀντίστοιχος λέξις εἶναι Λέοντες.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 hyène, animal;
2 sorte de sole, poisson.
Étymologie: ὗς.

Spanish

hiena

Greek Monotonic

ὕαινᾰ: [ῠ], , ἡ, ύαινα, ζώο που ανήκει στο είδος των κυνών, σκύλων, με αγκαθωτή, τραχειά χαίτη σαν του γουρουνιού, χοίρου (απ' όπου και το όνομα), σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ὕαινα: ἡ [ὗς] гиена Her., Arst., Plut.

Middle Liddell

ὕαινα, ης, ἡ,
the hyaena, an animal of the dog kind, with a bristly mane like a hog (whence the name), Hdt.

Frisk Etymology German

ὕαινα: {húaina}
Grammar: f.
Meaning: Hyäne (Hdt., Arist. u.a.), auch als N. eines Meerfisches Charax puntazzo (Numen. ap. Ath., Ael.); in dieser Bed. auch ὑαινίς f. (Epich.; Thompson Fishes s.v. und Strömberg Fischn. 100 f. mit Vermutungen über das Benennungsmotiv).
Derivative: Davon auch ὑαίν-(ε)ιος von der Hyäne (Plin., Kyrau.), -ίτης m. Bez. eines Steins (s. Redard 62; wohl nach der Farbenzeichnung).
Etymology : Nach Muster von λέαινα, λύκαινα usw. usw. von ὗς Schwein.
Page 2,952