Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὕπτιος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ὕπτιος Medium diacritics: ὕπτιος Low diacritics: ύπτιος Capitals: ΥΠΤΙΟΣ
Transliteration A: hýptios Transliteration B: hyptios Transliteration C: yptios Beta Code: u(/ptios

English (LSJ)

α, ον,

   A laid on one's back, freq. in Hom., esp. of one falling backwards, opp. πρηνής, πολλοὶ δὲ πρηνεῖς τε καὶ ὕπτιοι ἔκπεσον Il.11.179; ὁ δ' ὕ. ἐν κονίῃσι . . πέσε 15.434, cf. 4.522, al., S.OT 811; τὸν δ' ὕ. ὦσ' ἀπὸ δουρός Il.16.863; ἄλλοτ' ἐπὶ πλευρὰς κατακείμενος, ἄλλοτε δ' αὖτε ὕ., ἄλλοτε δὲ πρηνής, of Achilles in his grief, 24.11; ὕ. ἀποθανέειν to die lying on one's back, Hdt.4.190; ῥέγκει . . ὕ. Ar.Eq.104; ὕπτιον καθεύδειν οὐδενὶ βέλτιόν ἐστιν Diocl. Fr.141; κατεκλίνη ὕ. Pl.Phd.117e, cf. Sor.2.87, al., Gal.18(2).56, al.; ὑ. ἀνατετραμμένος Pl.Euthd.278c; of a quadruped, ὀρθοῦ ἑστεῶτος . . καὶ ὑπτίου standing upright and lying on its back, Hdt.2.38, cf. AP5.202 (Asclep.).    II ὕ. μέρη, in animals, the under parts, i.e. the belly, opp. τὰ πρανῆ (the upper parts, the back), Arist. PA658a16, al., cf. πρανής 11: hence Thphr.HP1.10.2, 3.14.2 uses ὕπτιος of the smoother upper surface of leaves, opp. πρανής of the rougher and under: γαστὴρ ὑ. the belly uppermost, E.Cyc.326; of the hand, ἐκτείνειν τὴν χεῖρ' ὑ. to hold out the hand with the under side uppermost, to hold out the hollow of the hand, so as to receive something, Ar.Ec.782; τὴν χεῖρα νῦν μὲν ὑ., νῦν δὲ πρηνῆ προτείνας Plu.Tim.11; τῆς χειρὸς ὑ. τὸ μέσον Id.Crass.18; ὑ. ταῖς χερσὶν ὑποδέχεσθαί τι Philostr.Im.1.6; ἐδέξαντο ὑπτίαις χερσὶ τὸν τῶν πολεμίων στρατόν Procop.Goth.3.16.19; οὐλὴ καρπῷ δεξιῷ ὑπτίῳ PLond. 2.259.81 (i A. D.); also ὑ. τὰς χεῖρας ἀνατείνειν lift the upturned hands in prayers, Plu.Comp.Phil.Flam.2, cf. Philostr.Im.2.1; ταῖς χερσὶν ὑπτίαις διαλέγεσθαι D.Chr.33.52; ἐξ ὑπτίας νεῖν swim or float on one's back, Ar.Fr.665, Pl.R.529c.    III generally, of anything turned downside up, πάλος ἐξ ὑπτίου 'πήδησεν . . κράνους from the upturned helmet, with the hollow uppermost, A.Th.459 (cf. Il.7.176); παράθες νυν ὑ. αὐτὴν ἐμοί (sc. τὴν ἀσπίδα) Ar.Ach.583, cf. Lys. 185, Th.7.82; ἁψῖδος ἥμισυ ὕπτιον a half-wheel with the concave side uppermost, Hdt.4.72; but κύλιξ ὑ. a cup with the bottom uppermost, Ar.Lys.195; ὑπτίοις σέλμασιν ναυτίλλεται he sails with the benches upside down, i.e. suffers shipwreck, S.Ant.716; κεῖσθαι ὥσπερ γάμμα ὕ. X.Oec.19.9; σχαλίδες Id.Cyn.6.7; περιφέρεια κοίλη καὶ ὑ., opp. πρηνὴς καὶ κυρτή, Arist.Mete.350a11.    2 ἐξ ὑπτίας ἀνάπαλιν διανεῖν τὸν λόγον trace the argument backwards from the conclusion, Pl.Phdr.264a, cf. Herm. in Phdr.p.187A.; ἐξ ὑπτίας backwards, in reverse order, ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἐπὶ τὰ πρῶτα ἐπανιόντες Dam.Pr.81; ἐξ ὑπτίας χωροῦντες Procl.Hyp.7.57.    IV of land, flat, horizontal, Hdt.2.7, Thphr.CP5.12.7, App.BC4.2, Mith.42, Ael.NA16.15, Plu. 2.193e, 530a; ἐν ὑπτίῳ τοῦ ὄρους Paus.8.13.1; ὕ. μᾶλλον ἢ ὄρθιος, of a flight of shallow steps, Luc.Hipp.5; of the sea, smooth, Philostr. Im.2.17, Lib.Descr.7.5.    V metaph., supine, lazy, careless, Aristid. Or.31(11).5, Id.2.112J., Poll.1.158, etc.; ἔστω . . μὴ ὕ. ὁ τράχηλος his neck should not be relaxed, Zeno Stoic.1.58; δεῖ αὐτῷ καὶ αὐχένος ὀρθοῦ καὶ βλέμματος οὐχ ὑπτίου Lib.Or.64.103; προσφέρομαι τῶν αὐστηρῶν τι . . ὅταν αἴσθωμαί ποθ' ὕ. [τὸν στόμαχον] γεγονότα καὶ πλησίον ἥκοντα ναυτίας Gal.6.601, cf. 15.460; of language, flat, tedious, D.H.Isoc. 15, Din.8, Hermog.Stat.3, etc. Adv., ὑπτίως ἔχειν to be flat and dull, Ph.1.305; ὑ. καὶ οὐ ποιητικῶς ᾖσεν Philostr.Her.2.19.    VI passive, of Verbs, D.L.7.43,64; cf. ὀρθός v.

Greek (Liddell-Scott)

ὕπτιος: α, ον· (σχηματισθὲν ἐκ τῆς προθ. ὑπό, ὡς τὸ Σανσκρ. upat-yas, ἐκ τοῦ upa, Λατ. supinus ἐκ τοῦ sub)· ― ὁ ἐπὶ νῶτον κείμενος, ἐξηπλωμένος «ἀνάσκελα», Λατ. supinus, συχνάκις παρ’ Ὁμ., μάλιστα ἐπὶ τῶν πρὸς τὰ ὀπίσω πιπτόντων, ἀντίθετον τῷ πρηνής· πολλοὶ δὲ πρηνεῖς τε καὶ ὕπτιοι ἔκπεσον Ἰλ. Λ. 179· ὁ δ’ ὕπτιος ἐν κονίῃσι... πέσε Ο. 434, κ. ἀλλ.· πρβλ. Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 811· τὸν δ’ ὕπτιον ὧσ’ ἀπὸ δουρὸς Ἰλ. Π. 863· ἄλλοτ’ ἐπὶ πλευρὰς κατακείμενος, ἄλλοτε δ’ αὖτε ὕπτιος, ἄλλοτε δὲ πρηνής, ἐπὶ τοῦ Ἀχιλλέως ἐν τῇ θλίψει αὐτοῦ, Ω. 11· ὕπτιος ἀποθανέειν, νὰ ἀποθάνῃ τις κείμενος ὕπτιος, ὅπερ οἱ Σκύθαι ἐθεώρουν ὡς φοβερόν τι, Ἡρόδ. 4. 190· ῥέγκει… ὕπτιος Ἀριστοφ. Ἱππ. 104· κατεκλίθη ὕπτιος Πλάτ. Φαίδ. 117Ε· ὑ. ἀνατετραμμένος ὁ αὐτ. ἐν Εὐθυδ. 278C· ― ἐπὶ βοὸς ἐξεταζομένου ὑπὸ ἱερέως ἐν Αἰγύπτῳ, δίζηται δὲ ταῦτα ἐπὶ τούτῳ τεταγμένος τῶν τις ἱερέων, καὶ ὀρθοῦ ἐστεῶτος τοῦ κτήνεος καὶ ὑπτίου Ἡρόδ. 2. 38, πρβλ. Ἀνθ. Π. 5. 203. ΙΙ. ὕπτια μέρη, παρὰ τοῖς ζῴοις εἶναι τὰ ὑποκάτω μέρη, δηλ. τὰ κατὰ τὴν κοιλίαν, τἀναντία δὲ τὰ πρανῆ (τὰ ἀνώτερα μέρη, δηλ. τὰ κατὰ τὴν ῥάχιν), «τὰ τετράποδα τῶν ζῴων ἐν τοῖς ὑπτίοις οὐκ ἔχει τρίχας, ἀλλ’ ἐν τοῖς πρανέσι μᾶλλον· οἱ ἄνθρωποι τοὐναντίον ἐν τοῖς ὑπτίοις μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς πρανέσιν» Ἀριστ. περὶ Ζῴων Μορ. 2. 14. 2, ἴδε ἐν λέξ. πρηνὴς ΙΙ· ― (ἴσως τοῦτο ἤγαγε τὸν Θεόφραστον (περὶ Φυτ. Ἱστ. 1. 10, 2) νὰ ὀνομάζῃ διὰ τοῦ ὕπτιος τὴν λειοτέραν καὶ ἄνω ἐπιφάνειαν τῶν φύλλων, τοὐναντίον δὲ διὰ τοῦ πρανὴς τὴν τραχυτέραν καὶ ὑποκάτω ἐπιφάνειαν)· ― εὖ τέγγων τε γαστέρ’ ὑπτίαν, πρὸς τὰ ἄνω, Εὐρ. Κύκλ. 326· οὕτως ἐπὶ τῆς χειρός, ἐκτείνειν τὴν χεῖρ’ ὑπτίαν, ὡς ὅ αν μέλλῃ τις νὰ λάβῃ τι ἐν τῇ παλάμῃ, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 782· τὴν χεῖρα νῦν μὲν ὑπτίαν, νῦν δὲ πρηνῆ προτεῖναι Πλουτ. Τιμολ. 11· τῆς χειρὸς ὑπτίας τὸ μέσον ὁ αὐτ. ἐν Κράσσ. 18· ὑπτίαις ταῖς χερσὶν ὑποδέχεσθαί τι Φιλόστρατος 771, πρβλ. Σουΐδ. ἐν λέξ. ὕπτιος, ἔνθα: «ὑπτίαις ταῖς χερσὶ = ἡπλωμέναις»· ― ὡσαύτως, ὑπτίας χεῖρας ἀνατείνειν, ἀνατείνειν τὰς χεῖρας μὲ τὰς παλάμας ἀνοικτὰς πρὸς τὸν οὐρανόν, manus ad caelum tendere ἢ ferre supinas, Πλουτ. Φιλοποίμ. καὶ Φλαμινίν. Σύγκ. 2, πρβλ. Φιλόστρ. 811· ταῖς χερσὶν ὑπτίαις διαλέγεσθαι, ἐπὶ σφοδρᾶς χειρονομίας, Δίων Χρυσ.· ― ἐξ ὑπτίας νέω, κολυμβῶ «ἀνάσκελα», δηλ. ἐναντίον τοῦ συνήθους τρόπου, κολυμβῶ ἀνάποδα, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 654, Πλάτ. Πολ. 529C· ἐξ ὑπτίας ἀνάπαλιν διανεῖν λόγον, ἀνιχνεύω συζήτησίν τινα ἢ ἐπιχείρημα χωρῶν πρὸς τὰ ὀπίσω, δηλ. ἐκ τοῦ συμπεράσματος ἀρχόμενος, ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρῳ 264Α. ΙΙΙ. καθόλου, ἐπὶ πράγματος ἀνεστραμμένου, πάλος ἐξ ὑπτίου πήδησεν... κράνους, ἐκ τῆς ἀνεστραμμένης περικεφαλαίας, Αἰσχύλ. Θήβ. 459, ἔνθα ἴδε Σχολιαστήν, πρβλ. Ἰλ. Η. 176· παράθες νῦν ὑπτίαν αὐτὴν ἐμοὶ (ἐξυπακ. ἀσπίδα) Ἀριστοφ. Ἀχ. 583, πρβλ. Λυσ. 185, Θουκ. 7. 82· ἁψὶς ὑπτία, τὸ ἥμισυ τροχοῦ ἀνεστραμμένου (μὲ τὸ κοῖλον πρὸς τὰ ἄνω), Ἡρόδ. 4. 72· ἀλλά, κύλιξ ὑπτία, ποτήριον ἀνεστραμμένον (μὲ τὸν πυθμένα πρὸς τὰ ἄνω), Ἀριστοφ. Λυσ. 195· ὑπτίοις σέλμασιν ναυτίλλεται, πλέει μὲ ἀνεστραμμένον πλοῖον, δηλ. ὑφίσταται ναυάγιον, Σοφοκλ. Ἀντιγ. 716 (πρβλ. ὑπτιόω)· κεῖσθαι ὥσπερ γάμμα ὕπτιον, ὡς γάμμα ἀνεστραμμένον, δηλ. οὕτω L, ἐπὶ φυτευομένου κλήματος, Ξεν. Οἰκ. 19, 9· σχαλὶς ὁ αὐτ. ἐν Κυνηγ. 6. 7· περιφέρεια κοίλη καὶ ὑ., ἀντίθετον τῷ πρηνὴς καὶ κυρτή, Ἀριστ. Μετεωρολ. 1. 13, 12. IV. ἐπὶ γῆς νευούσης ὁμαλῶς πρὸς ἓν μέρος, Λατιν. supinus, ὡς ἡ Αἴγυπτος νεύει πρὸς βορρᾶν, Ἡρόδ. 2. 7, πρβλ. Θεόφρ. περὶ Φυτ. Αἰτ. 5. 12, 7, Ἀππ. Ἐμφυλ. 4. 2, Αἰλιαν. περὶ Ζῴων 16. 15, Πλούτ., κλπ.· ἐν ὑπτίῳ τοῦ ὄρους Παυσ. 8. 13, 1· ― ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ὁμαλή, γαλήνιος, Φιλόστρ. 835. V. μεταφορ., ὡς τὸ Λατ. supinus, νωθρός, ὀκνηρός, ἀμελής, Ἀριστείδ. 1. 76., 2. 112, Πολυδ. Α΄, 158, κλπ.· ― ἐπὶ γλώσσης ἢ ὕφους, ψυχρός, χαλαρός, Διονύσ. Ἁλ. περὶ Ἰσοκρ. 15, περὶ Δεινάρχου 8, κλπ.· ― Ἐπίρρ., ὑπτίως ἔχω, δὲν εἶμαι εὐδιάθετος, Φίλων 1. 305. VI. παθητ., ἐπὶ ῥημάτων, «ὀρθῶν καὶ ὑπτίων», δηλ. ἐνεργητικῶν καὶ παθητικῶν, Διογ. Λαέρτ. 7. 43 καὶ 64· ἴδε ὀρθὸς V. VII. ἡ σημασία ὑπερήφανος, ἐπηρμένος, κλπ., ἣν φέρουσι τὰ λεξικά, φαίνεται ὅτι ἀπαντᾷ μόνον ἐν παραγώγοις, ἴδε ὑπτιάζω, ὑπτιότης.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
I. renversé en arrière, d’où
1 couché sur le dos ; ὑπτίας χεῖρας ἀνατείνειν PLUT tendre les mains levées et renversées en arrière pour prier;
2 qui tombe à la renverse : πέσεν ὕπτιος IL il tomba à la renverse ; τινα ὕπτιον ὠθεῖν IL pousser qqn de manière à le faire tomber à la renverse;
II. p. anal. qui est dans une position horizontale ; plat, uni (pays).
Étymologie: ὑπό.

English (Autenrieth)

(ὑπό, cf. supinus): back, backward, on his back; opp. πρηνής, Il. 11.179.

Greek Monotonic

ὕπτιος: -α, -ον (από το ὑπό, όπως το Λατ. supinus από το sub),
I. αυτός που έχει γείρει προς τα πίσω, πάνω στην πλάτη του, πέσεν ὕπτιος, έπεσε ανάσκελα, αντίθ. προς το πρηνής, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για τετράποδο ζώο, ὀρθοῦ ἑστεῶτος καὶ ὑπτίου, αφού σηκώθηκε όρθιο έπεσε ανάσκελα, σε Ηρόδ.
II. γενικά, με το κάτω μέρος από πάνω, αντεστραμμένο, χεὶρ ὑπτία, παλάμη χεριού, σε Πλούτ.· ἐξ ὑπτίου κράνους, από το αναποδογυρισμένο κράνος, περικεφαλαία, με το κοίλο μέρος της περικεφαλαίας αντεστραμμένο, σε Αισχύλ.· ομοίως, παράθες ὑπτίαν (τὴν ἀσπίδα), σε Αριστοφ.· ἀψὶς ὑπτία, μισός τροχός με το κοίλο μέρος του αντεστραμμένο, σε Ηρόδ.· ὑπτίοις σέλμασιν ναυτίλλεται, πλέει με τα ύφαλα του σκάφους αναποδογυρισμένα, δηλ. υφίσταται ναυάγιο, σε Σοφ.· ἐξ ὑπτίας νεῖν, κολυμπώ ανάσκελα, ανάποδα (με μεταφ. σημασία), σε Πλάτ.
III. λέγεται για ξηρά, γη, κλίνω προς ένα μέρος, ομαλά, στρωτά, για την Αίγυπτο, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ὕπτιος:
1) запрокинутый навзничь, лежащий на спине: ὕ. πέσε Hom. он упал навзничь; κατεκλίθη ὕ. Plat. он лег на спину; ἐκτείνειν γαστέρ᾽ ὑπτίαν Eur. растягиваться животом вверх; ἐξ ὑπτίας νεῖν Arph., Plat.; плыть навзничь; ὑπτίας χεῖρας ἀνατείνειν Plut. воздевать руки ладонями вверх (т. е. с мольбой);
2) опрокинутый, перевернутый: ἀσπὶς ὑπτία Thuc., Arph.; опрокинутый (т. е. обращенный вогнутой стороной вверх) щит; ὥσπερ γάμμα ὕπτιον Xen. наподобие опрокинутой буквы Г; θεῖναι κύλικα ὑπτίαν Arph. поставить чашу полостью вверх; ὑπτίοις σέλμασιν ναυτίλλεσθαι Soph. плавать на опрокинутых корабельных скамьях, т. е. на обломках разбитого корабля;
3) нижний, брюшной (ἔχουσι τὰ τετράποδα ζῷα, ὅσα ὁ ἄνθρωπος μόρια ἔχει ἐν τῷ πρόσθεν, κάτω, ἐν τοῖς ὑπτίοις Arst.);
4) низменный, равнинный (Αἴγυπτος Her.; χώρα Plut.);
5) грам. страдательный, пассивный Diog. L.

Middle Liddell

ὕπτιος, η, ον [from ὑπό, as Lat. supinus from sub]
I. laid back, laid on one's back, πέσεν ὕπτιος he fell backwards, opp. to πρηνής, Il.; of a quadruped, ὀρθοῦ ἑστεῶτος καὶ ὑπτίου rearing upright and falling backwards, Hdt.
II. generally with the under side uppermost, χείρ ὑπτία the hollow of the hand, Plut.; ἐξ ὑπτίου κράνους from the upturned helmet, with the hollow uppermost, Aesch.; so, παράθες ὑπτίαν (τὴν ἀσπίδἀ Ar.; ἀψὶς ὑπτία a half-wheel with the concave side uppermost, Hdt.; ὑπτίοις σέλμασιν ναυτίλλεται he sails with the bottom uppermost, i. e. suffers shipwreck, Soph.; ἐξ ὑπτίας νεῖν to swim on the back (in metaph. sense), Plat.
III. of land, sloping evenly, of Egypt, Hdt.

Frisk Etymology German

ὕπτιος: {húptios}
Meaning: auf dem Rücken liegend, mit der Bauchseite nach oben, rücklings gebeugt, umgekehrt, umgestülpt (seit Il.), flach (Hdt. usw. ), ubertr. unwirksam, gleichgültig (sp.), passivisch, von Verben neben ἀνύπτιος nichtpassivisch (D. L.), παρύπτιος als geometr. Terminus neben ὕπτιος (Papp.; Mugler Dict. géom. 444); τὰ ὕπτια auch Bauchseite, d.h. die in der ὕπτιος-Lage oben befindliche Seite (Jüthner PhW 53, 367).
Derivative: Davon ὑπτιότης f. umgekehrte Lage, flache Gestalt, Nachlässigkeit (Thphr., Str. u.a.) und die Verba: 1. -άζω, auch m. ἐξ- u.a., ‘(sich) zurückbeugen, einherstolzieren, nachlässig sein’ (att. hell. u. sp.) mit -ασμα n. das Zurückbeugen, die zurückgebogene Gestalt (A.), -ασμός m. das Zurückbeugen, Abneigung (Hp., sp. Prosa). 2. -όομαι sich umkehren, umgeworfen werden, unwirksam, träge sein (A., sp. Prosa) mit -ωσις f. Trägheit, Abneigung (sp. Mediz.). 3. -άω (Ptz. -όωσα, Konj. 3. sg. -άῃσι) sich zurücklehnen (Arat.).
Etymology : Zu ὕπτιος vgl. αἴτιος, ἄρτιος, σκότιος, νύκτιος u.a. Das Unterbleiben der Assibilation (Schwyzer 466 A. 11) verhinderte Zusammenfall mit ὕψι u. Verw. — Neben ὕπτιος stehen mit n-Suffix die synonymen lat. supīnus, mir. fāen, fōen auf dem Rücken liegend, rückwärts gestreckt; wie bei summus aus *sup-mos ist von einer vokallosen Form *up- auszugehen. Die Funktion der Dentalableitung *ὑπ-t(ο)- bleibt indessen unklar. — Nach Sittig Das Alter der Anordnung unserer Kasus (Tübingen 1931) 12 ff. (wo ausführlich über die Bed.) dagegen zunächst aus *ὑπτός = aind. suptá- eingeschlafen, schlafend (vgl. ὕπνος), somit eig. "zum Schlafen niedergelegt". Bei dieser in mehrfacher Hinsicht ansprechenden Deutung (vgl. Kretschmer Glotta 22, 246 f.) geht aber S. von der irrigen Auffassung aus, daß τὰ ὕπτια beim Menschen die Rückenseite, bei Tieren dagegen die Bauchseite bezeichne. Dieser Unterschied sollte darauf beruhen, daß es "bei beiden Arten von Wesen sich um die Seite handelt, auf der sie schlafen oder ruhen" (?).
Page 2,972-973