Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠθίζω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὠθίζω Medium diacritics: ὠθίζω Low diacritics: ωθίζω Capitals: ΩΘΙΖΩ
Transliteration A: ōthízō Transliteration B: ōthizō Transliteration C: othizo Beta Code: w)qi/zw

English (LSJ)

   A = ὠθέω, thrust, push, or push on, Them.Or.24.304a.    II Med., push against one another, jostle, struggle, Luc.Pisc.42; εἰς τὴν προεδρίαν, πρὸς τὸ ἀδύνατον, Aristid.2.95J., 1.388 J.: metaph., wrangle, Hdt.3.76.

Greek (Liddell-Scott)

ὠθίζω: μέλλ. ίσω, = ὠθέω, ὠθῶ, σπρώχνω, ἐμβάλλω, Θεμίστ. 304Α, Ἰώσηπ. ΙΙ. Παθητ., ὡς τὸ ὠστίζομαι, ἀμοιβαίως ὠθοῦμαι, συνωστίζομαι, διαγωνίζομαι, προσπαθῶ, Λουκ. Ἁλιεὺς 42· ἐπὶ τὴν προεδρίαν, πρὸς τὸ ἀδύνατον Ἀριστειδ. 2. 95., 1. 388· - μεταφορ., ἐρίζω, φιλονικῶ, Λατ. altercari, Ἡρόδ. 3. 76· πρβλ. ὠθισμός. 2) ὁρμῶ, πρὸς τὸ ξίφος ὠθίζεσθαι Γρηγ. Ναζ.

French (Bailly abrégé)

pousser, presser;
Pass.
1 se pousser, se presser;
2 être en conflit ou en dissentiment, se quereller.
Étymologie: ὠθέω.

Greek Monolingual

Α
1. ωθώ, σπρώχνω
2. μέσ. ὠθίζομαι
α) συνωστίζομαι
β) ορμώ («οὗ δὲ πλείωνκίνδυνος, ὁμόσε χωρεῑν καὶ ὠθίζεσθαι, ἀλλὰ μὴ κατέχεσθαι θράσους», Γρηγ. Ναζ.)
γ) μτφ. φιλονικώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὠθῶ, κατά τα αἰνῶ: αἰνίζομαι, κομῶ: κομίζω.