Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠκήεις

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὠκήεις Medium diacritics: ὠκήεις Low diacritics: ωκήεις Capitals: ΩΚΗΕΙΣ
Transliteration A: ōkḗeis Transliteration B: ōkēeis Transliteration C: okieis Beta Code: w)kh/eis

English (LSJ)

εσσα, εν, later poet. form of

   A ὠκύς, τέρετρα AP6.205 (Leon.).

Greek (Liddell-Scott)

ὠκήεις: εσσα, εν, μεταγεν. ποιητ. τύπος τοῦ ὠκύς, Ἀνθ. Παλατ. 6.205.

Greek Monolingual

-εσσα, -εν, Α
(ποιητ. τ.) ὠκύς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὠκύς «ταχύς, οξύς» + κατάλ. -ήεις (πρβλ. θαρσ-ήεις)].

Greek Monotonic

ὠκήεις: -εσσα, -εν, μεταγεν. ποιητ. τύπος του ὠκύς, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ὠκήεις: ήεσσα, ῆεν ὠκύς быстрый (τέρετρα Anth.).

Middle Liddell

ὠκήεις, εσσα, εν [poetic form of ὠκύς, Anth.]