Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠκυτόκιος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὠκῠτόκιος Medium diacritics: ὠκυτόκιος Low diacritics: ωκυτόκιος Capitals: ΩΚΥΤΟΚΙΟΣ
Transliteration A: ōkytókios Transliteration B: ōkytokios Transliteration C: okytokios Beta Code: w)kuto/kios

English (LSJ)

ον, A promoting a quick birth, Dsc.4.14, 5.154: λίθος Cyran.46. II ὠκυτόκιον (sc. φάρμακον), τό, a medicine for this purpose, Hp.Mul.1.77, Steril.224, Ar.Th.504, Thphr.HP9.9.3, Berl.Sitzb.1934.1046 (pl.):— in Ar. the Rav. Ms. gives ὠκυτόκει’; τὸ ὠκυτόκειον προπαροξύνεται Hdn.Gr.1.376; ὠκυτόκειον, εῑ δίφθογγος· καὶ γὰρ ὠκυτοκεύς, Choerob. in An.Ox.2.280; ὠκυτόκια is cited from Ar. by Poll.2.7, cf. 4.208.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

ὠκῠτόκιος: -ον, ὁ διευκολύνων τὸν τοκετόν, ἐπιφέρων ταχὺν τοκετόν, Διοσκ. 4. 14., 5. 173. ΙΙ. ὠκυτόκιον (ἐξυπακ. φάρμακον) τό, ἰατρικὸν χρήσιμον πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν, Ἱππ. 623. 15., 681. 25, Ἀριστοφ. Θεσμ. 504, Θεοφρ. περὶ Φυτ. Ἱστ. 9. 9, 3· ― παρ’ Ἀριστοφ. τὸ Ραβ. Ἀντίγραφον καὶ παρὰ Θεοφρ. τὸ Μεδ. Ἀντίγραφον φέρουσιν, ὠκυτόκει’, ὠκυτοκεῖον, πρβλ. Ἀρκάδ. 121.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
propre à hâter l’accouchement ; τὸ ὠκυτόκιον, remède pour hâter la délivrance.
Étymologie: ὠκυτόκος.

Greek Monolingual

-ο / ὠκυτόκιος, -ον, ΝΑ ὠκυτόκος
(λόγιος τ.) αυτός που διευκολύνει τον τοκετό
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ωκυτόκια
(λαογρ.) τρόποι που, σύμφωνα με παλαιές αντιλήψεις, διευκολύνουν τον τοκετό και αποτρέπουν τους κινδύνους οι οποίοι απειλούν τις έγκυες και τις λεχώνες
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ὠκυτόκιον
φάρμακο που διευκόλυνε τον τοκετό.