Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠλίγγη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὠλίγγη Medium diacritics: ὠλίγγη Low diacritics: ωλίγγη Capitals: ΩΛΙΓΓΗ
Transliteration A: ōlíngē Transliteration B: ōlingē Transliteration C: oliggi Beta Code: w)li/ggh

English (LSJ)

ἡ, variously expld. in EM821.43, AB318,    1 = ἀκαριαῖον, ἐλάχιστον.    2 Att. for doze (ἐπὶ τοῦ νυστάξαι).    3 wrinkles beside the eyes, 'crow's feet'; this last sense is given by Poll. 2.67 (where vv. Il. οὔλιγγας, ὠλίγκας, ἔλιγγας, ὤριγγας) as found in poets, and the remark τὴν δὲ ὠλίγγην (v.l. ὠλλ-) δηλοῦν καὶ πνοὴν καὶ σκιὰν καὶ ἀκαρὲς πνεῦμα (EM and AB Il. cc.) may refer to the same poet. passage. Hsch. cites ὠλιγγία in all three senses, also ὠλιγγιάω, = νυστάζω, and ὠλιγγήϊος, α, ον, = ὀλίγος.

Greek (Liddell-Scott)

ὠλίγγη: ἡ, ἑρμηνεύεται παρὰ τῷ Μεγ. Ἐτυμ. 821, Α. Β. 318. 1) ἐλάχιστον μέρος. 2) τάσις πρὸς ὕπνον, νυσταγμός. 3) ῥυτίς. Τὴν τελευταίαν σημασίαν παρέχει ὁ Πολυδ. Β’, 67 (ἔνθα φέρεται οὔλιγγας μετὰ διαφ. γραφ. ἔλιγγας, ὤριγγας). Ὁ Ἡσύχ. μνημονεύει ὠλιγγία ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων σημασιῶν, ὡσαύτως δὲ ὠλιγγιάω, = νυστάζω, καὶ ὠλιγήιος, α, ον, = ὀλίγος.

Greek Monolingual

και ὠλιγγία, ἡ, Α
1. (κατά τα Ανέκδοτα Βεκκήρου) «ἀκαριαῑον, ἐλάχιστον»
2. (κατά το Μέγα Ετυμολογικόν) α) τάση για ύπνο, νύστα
β) ρυτίδα τών βλεφάρων
γ) «πνοὴ καὶ σκιὰ καὶ ἀκαρὲς πνεῡμα».
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Τόσο οι ποικίλες σημ. της λ. όσο και η έλλειψη αντίστοιχων τ. στις άλλες γλώσσες καθιστούν δύσκολη την ετυμολογική προσέγγιση του τ. Κατά μία άποψη, η λ. ανάγεται σε αμάρτυρο τ. ὦλιγξ, που θυμίζει τον τ. εἴλιγξ «ίλιγγος, ζάλη» (πρβλ. φῦσιγξ: φυσίγγη), ο οποίος θα μπορούσε να συνδεθεί με τη σημ. της λ. «τάση για ύπνο, νύστα». Κατ' άλλη άποψη, η λ. με βάση τη σημ. «ρυτίδα τών βλεφάρων» θα μπορούσε να συνδεθεί με τον δωρ. τ. ὦλαξ, της λ. αὖλαξ, ενώ προβληματική είναι η σημ. της λ. «ακαριαίον, ελάχιστον»].

Frisk Etymology German

ὠλίγγη: (Poll., EM, AB; auch ὦλιγξ?),
{ōlíggē}
Forms: ὠλιγγία (H.)
Grammar: f.
Meaning: Runzel, kleine Furche, Krähenfüße im Augenwinkel, auch kurzes Schläfchen, kurzes Moment, Augenblick
Derivative: mit ὠλίγγιον· ὀλίγον (EM, AB), -ήϊον· ὀλίγον, βραχύτατον H., -ιᾶν· νυστάζειν H.
Etymology : Bildung wie εἴλιγξ, -ιγγος, -ίγγη, φῦσιγξ, -ίγγη, σαυρίγγη von einem unbekannten nominalen Grundwort. Am nächsten kommt ὦλαξ (EM), dor. für ἄλοξ Furche (s.d.; ähnlich Solmsen Unt. 261). Ohne überzeugende Anknüpfung. Nicht mit Persson Beitr. 1, 224 zu aind. āli- f. Streifen, Linie (weil aus *āḍi-; s. Mayrhofer m. Lit.). Der weitere Vergleich mit einem nord. Wort, z.B. awno. āll m. Furche im Bett eines Flusses, Streifen längs dem Rücken eines Tieres (Persson a. O.), ist schon angesichts der mehrdeutigen Form dieses Wortes (urg. *ēla- < idg. *ēlo- oder *anhla- zu ἀγκύλος, -ύλη?) ganz fraglich.
Page 2,1147