Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠλενίτης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὠλενίτης Medium diacritics: ὠλενίτης Low diacritics: ωλενίτης Capitals: ΩΛΕΝΙΤΗΣ
Transliteration A: ōlenítēs Transliteration B: ōlenitēs Transliteration C: olenitis Beta Code: w)leni/ths

English (LSJ)

[ῑ], ου, ὁ,

   A of the arm, Lyc. 155.

Greek (Liddell-Scott)

ὠλενίτης: -ου, ὁ, ὁ ἀνήκων εἰς τὴν ὠλένην, εἰς τὸν πῆχυν, Λυκόφρ. 135.

Greek Monolingual

ὁ, Α
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ωλένη, ωλένιος («τὸν ὠλενίτην χόνδρον», Λυκόφρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὠλένη + επίθημα -ίτης (πρβλ. σελιν-ίτης)].