Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠμαμπέλινος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὠμαμπέλῐνος Medium diacritics: ὠμαμπέλινος Low diacritics: ωμαμπέλινος Capitals: ΩΜΑΜΠΕΛΙΝΟΣ
Transliteration A: ōmampélinos Transliteration B: ōmampelinos Transliteration C: omampelinos Beta Code: w)mampe/linos

English (LSJ)

η, ον,

   A of the colour of the fresh vine-leaf, opp. ξηραμπέλινος, Peripl.M.Rubr.65.

Greek (Liddell-Scott)

ὠμαμπέλῐνος: -η, -ον, ἐπὶ τοῦ χρώματος τοῦ χλωροῦ φύλλου τῆς ἀμπέλου, ἀντίθετον τῷ ξηραμπέλινος, Ἀρρ. Περίπλ. 37.

Greek Monolingual

-ίνη, -ον, Α
αυτός που έχει το χρώμα τών τρυφερών φύλλων αμπελιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὠμός + ἄμπελος + κατάλ. -ινος).