Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠπάζομαι

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ὠπάζομαι Medium diacritics: ὠπάζομαι Low diacritics: ωπάζομαι Capitals: ΩΠΑΖΟΜΑΙ
Transliteration A: ōpázomai Transliteration B: ōpazomai Transliteration C: opazomai Beta Code: w)pa/zomai

English (LSJ)

   A gaze at, Hsch.: also a fut. ὠπήσεσθαι Id.: aor. ὠπήσασθαι Opp.C.3.160; -ήσαντο ib.4.82; -ήσωνται ib.3.404.—A part. Act. ὠπῶντες in EM332.9, as etym. of ἑλίκ-ωπες.

Greek (Liddell-Scott)

ὠπάζομαι: ἀποθ., βλέπω, διευθύνω τὰ βλέματά μου πρός τι, Ἡσύχ.· παρ’ ᾧ φέρεται καὶ μέλλ. ὠπήσεσθαι· ὁ δὲ ἀόρ. ὠπήσασθαι εἶναι ἐν χρήσει παρὰ τῷ Ὀππ. Κυνηγ. 1. 316, 3. 84, 271, κλπ. - Ἐνεργ. μετ. «ὠπῶντες, ὅ ἐστι βλέποντες» Ἐτυμ. Μέγ. 33. 10.

Greek Monolingual

Α ὠπή
(αποθ.) κοιτάζω επίμονα, ατενίζω κάτι.