Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠρείτροφος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὠρείτροφος Medium diacritics: ὠρείτροφος Low diacritics: ωρείτροφος Capitals: ΩΡΕΙΤΡΟΦΟΣ
Transliteration A: ōreítrophos Transliteration B: ōreitrophos Transliteration C: oreitrofos Beta Code: w)rei/trofos

English (LSJ)

ον, poet. for ὀρείτροφος, of Dionysus, cj. in AP9.524.25.

Greek (Liddell-Scott)

ὠρείτροφος: -ον, ποιητ. ἀντὶ ὀρείτροφος, ὁ Βάκχος, Ἀνθ. Παλατ. 9. 524.

Greek Monolingual

-ον, Α
(ποιητ. τ.) (ως προσωνυμία του Βάκχου) αυτός που τρέφεται στα βουνά, ὀρείτροφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. ποιητ. τ. του ὀρείτροφος].

Greek Monotonic

ὠρείτροφος: -ον, ποιητ. αντί ὀρείτροφος, επίθ. για το Βάκχο, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ὠρείτροφος: вскормленный в горах (Διόνυσος Anth.).

Middle Liddell

ὠρεί-τροφος, ον, [poetic for ὀρείτροφος
of Bacchus, Anth.