Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠρεσίδουπος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὠρεσίδουπος Medium diacritics: ὠρεσίδουπος Low diacritics: ωρεσίδουπος Capitals: ΩΡΕΣΙΔΟΥΠΟΣ
Transliteration A: ōresídoupos Transliteration B: ōresidoupos Transliteration C: oresidoupos Beta Code: w)resi/doupos

English (LSJ)

[ῐ], ον, poet. for ὀρεσίδουπος,

   A making a din on the mountains, AP9.524.25 (Scaliger for ὠρεσίλοιπος; he also suggested -κοιτος).

Greek (Liddell-Scott)

ὠρεσίδουπος: -ον, ποιητικ. ἀντὶ ὀρεσίδουπος, ὁ ποιῶν, ὁ παράγων δοῦπον ἐπὶ τῶν ὀρέων, Ἀνθολ. Π. 9. 524, ὡς ὁ Brunck ἀντὶ ὠρεσίλοιπος· ― ὁ Scalig. -κοιτος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui fait du bruit sur les montagnes, qui fait retentir les montagnes.
Étymologie: ὄρος, δοῦπος.

Greek Monolingual

-ον, Α
(ποιητ. τ.) (ως προσωνυμία του Βάκχου) αυτός που παράγει θόρυβο, ταραχή στα όρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. ποιητ. τ. αντί ὀρεσίδουπος < ὀρεσι- (βλ. λ. όρος [II]) + δοῦπος «θόρυβος» (πρβλ. ἁρμασί-δουπος)].

Greek Monotonic

ὠρεσίδουπος: -ον, ποιητ. αντί ὀρεσίδουπος, αυτός που κάνει θόρυβο πάνω στα βουνά, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ὠρεσίδουπος: ὄρος оглашающий горы шумом (Διόνυσος Anth.).

Middle Liddell

ὠρεσί-δουπος, ον, [poetic for ὀρεσίδουπος]
making a din on the mountains, Anth.