Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὡρεσιδώτης

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ὡρεσῐδώτης Medium diacritics: ὡρεσιδώτης Low diacritics: ωρεσιδώτης Capitals: ΩΡΕΣΙΔΩΤΗΣ
Transliteration A: hōresidṓtēs Transliteration B: hōresidōtēs Transliteration C: oresidotis Beta Code: w(residw/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A one who brings on the seasons, or who gives the ripe fruits in their season, epith. of Apollo, like ὡρηφόρος, ib.525.25.

Greek (Liddell-Scott)

ὡρεσῐδώτης: -ου, ὁ, ὁ διδοὺς τὰς προσηκούσας ὥρας, δηλ. ὁ παρέχων ὡρίμους καρποὺς ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ, ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνος, ὡς τὸ ὡρηφόρος, Ἀνθ. Π. 9. 525.

French (Bailly abrégé)

ουadj. m.
dispensateur des saisons, des fruits des saisons (Apollon).
Étymologie: ὥρα, δίδωμι.

Greek Monotonic

ὡρεσῐδώτης: -ου, ὁ (ὥρεα=ὡραῖα), αυτός που παρέχει ώριμους καρπούς στην εποχή τους, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ὡρεσιδώτης: ὥρα 2] ниспосылающий смену времен года (Ἀπόλλων Anth.).

Middle Liddell

ὡρεσῐ-δώτης, ου, ὁ, [ὥρεα = ὡραῖα]
one who gives ripe fruits in their season, Anth.