Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὡς

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ὡς Medium diacritics: ὡς Low diacritics: ως Capitals: ΩΣ
Transliteration A: hōs Transliteration B: hōs Transliteration C: os Beta Code: w(s

English (LSJ)

Summary:    A as ADVERB of Manner.    Aa ὧς and ὥς (with accent), so, thus.    Ab ὡς (without accent) of the Relat. Pron. ὅς, as.    Ac ὡς Relat. and Interrog., how.    Ad ὡς temporal, when.    Ae ὡς Local, where,    B ὡς, as CONJUNCTION.    C, D various usages.    A ADVERB of Manner:    Aa ὥς, Demonstr., = οὕτως, so, thus, freq. in Hom., Il.1.33, al.; ὢς εἶπ' Sapph.Supp.20a.11 (Epic style); in Ion. Prose, Hdt.3.13, al.; rare in Att., and almost confined to certain phrases, v. infr. 2, 3; ὥς simply = οὕτως, A.Ag.930, Th.3.37, Pl.Prt.338a; ἀλλ' ὣς γενέσθω E.Hec.888, al.    2 καὶ ὧς even so, nevertheless, Il.1.116, al.; οὐδ' ὧς not even so, 7.263, Od.1.6, al., Hdt.6.76; οὐδέ κεν ὧς Il.9.386: the phrases καὶ ὧς, οὐδ' ὧς, μηδ' ὧς, are used in Trag. and Att., S.Ant.1042, Th.1.74, 7.74; also later, PCair.Zen.19.10 (iii B. C., unaccented), UPZ146.40 (ii B. C.), GDI 1832.11 (Delph., ii B. C.), IG22.850.17 (iii B. C.); κἂν ὧς, εἴπερ μέλει σοι, ἀπόστειλόν μοί τινα POxy.120.11 (iv A. D.); δουλεύων καθὼς καὶ ὧς GDI2160 (Delph., ii B. C.); Thess. καὶ οὗς IG9(2).234.1 (iii B. C.); for this phrase the accentuation ὧς is prescribed by Hdn.Gr.2.932, al., cf. A.D.Synt.307.16, and is found in good Mss. of Homer; for the remaining uses under this head (Aa. 1, 3, 4) the accentuation ὥς is prescribed by the same grammarians.    3 in Comparisons, ὥς... ὡς... so . . as... etc.; and reversely ὡς... ὣς... as . . so, Il.1.512, 14.265, etc.; in Att., Pl.R.530d; also ὥς τε . . ὣς... as . . thus... h.Cer.174-6, E.Ba.1066-8; οἷα . . ὥς Id.El.151-5; ὥσπερ... ὣς δὲ . . (in apodosi) Pl.Prt.326d.    4 thus, for instance, Od.5.129, h.Ven. 218; ὥς shd. be accented in Od.5.121, 125.    Ab ὡς, Relat., as, Hom., etc.; prop. relat. to a demonstr. Adv., which is freq. omitted, κινήθη δ' ἀγορὴ ὡς κύματα μακρὰ θαλάσσης, i. e. οὕτως, ὡς... Il.2.144 (φὴ Zenod.): it is relat. not only to the regular demonstr. Advs. ὥς (ὧς), τώς, ὧδε, οὕτως, αὕτως, but also to ταύτῃ, Pl.R.365d, etc. We find a collat. Dor. form (q. v.); cf. ὥτε. Usage:    I in similes, freq. in Hom., Il.5.161, al.; longer similes are commonly introduced by ὡς ὅτε, ὡς δ' ὅτε, ἤριπε δ', ὡς ὅτε πύργος [ἤριπε] 4.462: ἤριπε δ', ὡς ὅτε τις δρῦς ἤριπε 13.389, cf. 2.394; so later, Emp.84.1, etc.; ὡς ὅτε θαητὸν μέγαρον, πάξομεν Pi.O.6.2: ὡς ὅτε is rare in short similes, Od.11.368: ὡς is folld. by indic. pres., Il.9.4, 16.364: also by aor., 3.33 sq., 4.275, 16.823, al.; also by subj. pres. or aor., 5.161, 10.183,485, 13.334 (sts. ὡς δ' ὅτ' ἄν, 11.269, 17.520); cf. ὥστε A:—the Verb is sts. omitted with ὡς, but may be supplied from the context, ἐνδούπησε πεσοῦσ', ὡς εἰναλίη κήξ (sc. πίπτει) Od.15.479, cf. 6.20; θεὸς δ' ὣς τίετο δήμῳ Il.5.78; οἱ δὲ φέβοντο... βόες ὣς ἀγελαῖαι Od.22.299: where ὡς follows the noun to which it refers, it takes the accent; so in Com., Ἀριστόδημος ὥς Cratin.151, cf. Eub.75.6; v. infr. H.    2 like as, just as, ὡς οὗτος κατὰ τέκν' ἔφαγε... ὣς ἡμεῖς κτλ. Il.2.326, v. supr. Aa. 3.    3 sts. in the sense as much as or according as, ἑλὼν κρέας ὥς (i. e. ὅσον) οἱ χεῖρες ἐχάνδανον Od.17.344; ὦκα δὲ μητρὶ ἔννεπον ὡς (i. e. ὅσα) εἶδόν τε καὶ ἔκλυον h.Cer.172; τῶν πάντων οὐ τόσσον ὀδύρομαι . . ὡς ἑνός Od.4.105; τόσον . . ὡς Il.4.130; so in Trag., σοὶ θεοὶ πόροιεν ὡς ἐγὼ θέλω S.OC1124; ὡς ἐγὼ οὐκ ἔστιν ὑμῶν ὅστις ἐξ ἴσου νοσεῖ Id.OT60; in Prose, ὡς δύναται as much as he can, Democr.278; τὸ ῥῆμα μέμνημαι ὡς εἶπε Aeschin.3.72; ὡς μή = ὅσον μή, νέμεν ὅτι ἃν ( = ἂν) βόλητοι ὡς μὴ ἰν τοῖ περιχώροι IG5(2).3.9 (Tegea, iv B. C.); cf. Ab. 11.2 infr.    4 sts. after Comp., compared with, hence than, μᾶλλον πρέπει οὕτως ὡς . . Pl.Ap.36d; ἅ γε μείζω πόνον παρέχει . . οὐκ ἂν ῥᾳδίως οὐδὲ πολλὰ ἂν εὕροις ὡς τοῦτο Id.R.526c; οὐδενὸς μᾶλλον φροντίζειν ὡς . . Plb.3.12.5, cf. 7.4.5, 11.2.9, Plu.Cor.36: μᾶσσον ὡς is dub. in A.Pr.629, and <ἢ> shd. perh. be inserted in Lys.7.12,31; cf. ὥσπερ IV.    II with Adverbial clauses:    1 parenthetically, in qualifying clauses, ὡς ἔοικε, etc., Pl. Smp.176c, etc.: in these cases γε or γοῦν is freq. added, ὡς γοῦν ὁ λόγος σημαίνει as at any rate the argument shows, Id.R.334a; in some phrases c. inf., v. infr. B. 11.3. An anacoluthon sts. occurs by the Verb of the principal clause being made dependent on the parenthetic Verb, ὡς δὲ Σκύθαι λέγουσι, νεώτατον ἁπάντων ἐθνέων εἶναι (for ἦν) τὸ σφέτερον Hdt.4.5, cf. 1.65; ὡς ἐγὼ ἤκουσα, εἶναι αὐτόν Id.4.76; ὡς γὰρ . . ἤκουσά τινος, ὅτι . . X.An.6.4.18 codd.; ἁνὴρ ὅδ' ὡς ἔοικεν οὐ νεμεῖν (for οὐ νεμεῖ, ὡς ἔοικε), S.Tr.1238.    2 in elliptical phrases, so far as . . (cf. supr. Ab.1.3) ὡς ἐμοί Id.Aj. 395 (lyr.); so ὥς γε ἐμοὶ κριτῇ Ael.VH2.41 and ὥς γ' ἐμοὶ χρῆσθαι κριτῇ E.Alc.801; ὡς ἐμῇ δόξῃ X.Vect.5.2; ὡς ἀπ' ὀμμάτων (sc. εἰκάσαι) to judge by eyesight, S.OC15: esp. in such phrases as οὐκέτι πολλὸν χωρίον, ὡς εἶναι Αἰγύπτου Hdt.2.8; οὐδὲ ἀδύνατος, ὡς Αακεδαιμόνιος for a Lacedaemonian, Th.4.84, cf. D.H.10.31; ὡς ἀνθρώποις Alcmaeon 1; φρονεῖ . . ὡς γυνὴ μέγα for a woman, S.OT1078; πιστός, ὡς νομεύς, ἀνήρ ib.1118; μακρὰν ὡς γέροντι . . ὁδόν Id.OC20, cf. 385, Ant.62, etc.; ὡπλισμένοι ὡς ἐν τοῖς ὄρεσιν ἱκανῶς X.An.4.3.31; also with ἄν, μεγάλα ἐκτήσατο χρήματα, ὡς ἂν εἶναι Ῥοδῶπιν Hdt.2.135 codd. (ἂν secl. Krüger, Ῥοδώπιος cj. Valck.):—for ὡς εἰπεῖν and the like, v. infr. B. 11.3.    3 ὡς attached to the object of the Verb, as, ἑωυτὸν ὡς ἐχθρὸν λυπέει Democr.88; ἔλαβεν ἀμφοτέρους ὡς φίλους ἤδη X.Cyr.3.2.25; ἐν οἰκήματι ᾧ ὡς ταμιείῳ ἐχρῆτο Pl.Prt.315d.— For the similar usage of ὡς with Participles and Prepositions, v. infr. c.    III with Adverbs:    a with the Posit., ὡς ἀληθῶς truly, Pl.Phdr.234e (cf. ἀληθής 111.1b: as if Adv. of τὸ ἀληθές) ; ὡς ἑτέρως in the other way, ib.276c, D.18.212 (Adv. of ὁ ἕτερος; v. ἕτερος v. 2) (v. infr. D.1.1); ὡς ἠπίως, ὡς ἐτητύμως, S.El.1438 (lyr.), 1452; ὡς ὁμοίως SIG708.34 (Istropolis, ii B. C.), LXX 4 Ma.5.21, 1 Enoch5.3, IG7.2725.16 (Acraeph., ii A. D.); ὡς ἐναλλάξ Vett.Val. 215.9, 340.2; ὡς παντελῶς Id.184.26; ὡς ἄλλως Is.7.27, D.6.32; ὡς ἐνδεχομένως PPetr.2p.53 (iii B. C.); in ὣς αὔτως (v. ὡσαύτως) we have the Adv. of ὁ αὐτός, but the ὥς retains its demonstr. force, as does ὁ in Homer; ὡς ἀληθῶς, ὡς ὁμοίως, and ὡς παντελῶς may be modelled on ὣς αὔτως, with which they are nearly synonymous; so also ὡς ἑτέρως and ὡς ἐναλλάξ, which are contrasted with it.    b with Advbs. expressing anything extraordinary, θαυμαστῶς or θαυμασίως ὡς, ὑπερφυῶς ὡς, v. sub vocc.; ὡς is sts. separated by several words from its Adv., as θαυμαστῶς μοι εἶπες ὡς παρα' δόξαν Pl.Phd.95a; ὑπερφυῶς δὴ τὸ χρῆμα ὡς δύσγνωστον φαίνεται Id.Alc.2.147c, cf. Phd. 99d.    c with the Sup., as much as can be, ὡς μάλιστα Th.1.141, etc.: ὡς ῥᾷστα as easily as possible, A.Pr.104; ὡς πλεῖστα Democr. 189; ὠς τάχιστα as quickly as possible, Alc.Supp.4.15, etc.; more fully expressed, ὡς δυνατὸν ἄριστα Isoc.12.153; ὡς ἐδύναντο ἀδηλότατα Th.7.50; μαχομένους ὡς ἂν δυνώμεθα κράτιστα X.An.3.2.6; ὡς οἷόν τε βελτιστον Pl.R.403d; ὡς ἀνυστὸν κάλλιστα Diog.Apollon.3: ὡς and ὅτι are sts. found together, where one is superfluous, ὡς ὅτι μάλιστα Pl.Lg.908a; βοῦν ὡς ὅτι κάλλιστον IG22.1028.17 (ii/i B. C.); v. infr. G.    d with Comp., ὡς θᾶσσον Plb.1.66.1, 3.82.1.    e in the phrases ὡς τὸ πολύ, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, Pl.R.330c, 377b; ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖον for the more part, commonly, ὡς ἐπὶ πλεῖστον Th.2.34; ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος, ὡς πλήθει, Pl.R.364a, 389d; ὡς τὸ ἐπίπαν Hdt.7.50, etc.; ὡς τὰ πολλά Ael.NA12.17.    2 with Adjs.,    a Posit., ὑπερφυεῖ τινι . . ὡς μεγάλῃ βλάβῃ Pl.Grg.477d.    b with Sup., ὡς ἄριστοι τὰς φύσεις Id.Ti.18d; ὅπως ὡς βέλτισται ἔσονται Id.Grg.503a; ὡς ὅτι βέλτιστον Id.Smp.218d.    c separated from the Adj. by a Prep., ὡς ἐς ἐλάχιστον Th.1.63, cf. D.18.246; ὡς ἐν βραχυτάτοις Antipho 1.18; ὡς ἐν ἐχυρωτάτῳ ποιεῖσθαι X.Cyr. 1.6.26, etc.    Ac Relat. and Interrog., how, μερμήριζε . . ὡς Ἀχιλῆα τιμήσειε Il. 2.3, cf. Pl.R.365a; ἐβουλεύοντο ὡς . . στήσονται Hdt.3.84, etc.; οἷα δεῖ λέγειν καὶ ὥς Arist.EN1128a1; ὡς πέπραται how, i. e. at what price the goods have been sold, PCair.Zen.149 (iii B. C.); so οὐκ ἔσθ' ὡς . . (for the more usu. ὅπως) nowise can it be that... S.Ant.750; οὐκ ἔσθ' ὡς οὐ... Id.Ph.196 (anap., Porson for οὐκ ἔστιν ὅπως ου) ; οἶσθ' ὡς πόησον; by a mixture of constructions for ὡς χρὴ ποιῆσαι or ὡς ποιήσεις, Id.OT543, cf. Hermipp.43, Men.916; οἶσθ' ὡς μετεύξει is f.l. in E.Med.600 (μέτευξαι Elmsley); similarly, οἶσθα . . ὡς νῦν μὴ σφαλῇς S.OC75.    2 ὡς ἂν ποήσῃς however (in whatever way) thou mayest act, Id.Aj.1369, cf. Pl.Smp.181a; αὐτῷ ὥς κεν ἅδῃ, τὼς ἔσσεται A.R.3.350.    Ad Temporal, when, with past tenses of the indic., ἐνῶρτο γέλως... ὡς ἴδον Il.1.600: with opt., to express a repeated action, whenever, ὡς . . ἐς τὴν Μιλησίην ἀπίκοιτο Hdt.1.17: rarely c. subj., to denote what happens under certain conditions, τῶν δὲ ὡς ἕκαστός οἱ μειχθῇ, διδοῖ δῶρον Id.4.172, cf. 1.132; later, ὡς ἄν c. subj., when, PCair.Zen.251 (iii B. C.), 1 Ep.Cor.11.34, etc.; ὥς κα Berl.Sitzb.1927.170 (Cyrene); ὡς ἂν τάχιστα λάβῃς τὴν ἐπιστολήν as soon as .. PCair.Zen.241.1 (iii B. C.), cf. LXX 1 Ki.9.13, Jo.3.8: in orat. obliq. c. inf., Hdt.1.86, 96, al.: expressed more forcibly by ὡς . . τάχιστα, some word or words being interposed, ὡς γὰρ ἐπετρόπευσε τάχιστα as soon as ever... Id.1.65; ὡς δὲ ἀφίκετο τάχιστα X.Cyr.1.3.2: less freq. ὡς τάχιστα stand together, Aeschin.2.22: but this usage must be distd. from signf. Ab.111.1c: folld. by demonstr., ὡς εἶδ', ὣς ἀνεπᾶλτο Il.20.424; ὡς ἴδεν, ὥς μιν ἔρως πυκινὰς φρένας ἀμφεκάλυψεν 14.294; also ὡς... ἔπειτα 3.396; Κρονίδης ὥς μιν φράσαθ' ὣς ἐόλητο θυμὸν ἀνωΐστοισιν ὑποδμηθεὶς βελέεσσι Κύπριδος Mosch.2.74; the second ὣς is repeated, ἁ δ' Ἀταλάντα ὡς ἴδεν, ὣς ἐμάνη, ὣς ἐς βαθὺν ἅλατ' ἔρωτα Theoc.3.41 (ὣς = εὐθέως, Sch.vet.), cf. 2.82; in Bion 1.40 the clauses with ὡς all belong to the protasis.    2 ὡς appears to be f.l. for ἕως in ὡς ἂν αὑτὸς ἥλιος . . αἴρῃ S.Ph.1330, ὡς ἂν ᾖς οἷόσπερ εἶ Id.Aj.1117; cf. ὥσπερ 111.1: but in later Gr. = ἕως, while, ὡς τὸ φῶς ἔχετε Ev.Jo.12.35, 36; ὡς καιρὸν ἔχομεν Ep.Gal.6.10, cf. Epigr.Gr.646a5 (p.529); also until, τίθεται ἐπὶ ἀνθράκων ὡς ἀναξηρανθῇ PLeid.X.89 B.; ἔα ἀφρίζειν τὴν πίσσαν ὡς οὗ ἐκλείπῃ ib.37B.; cf. EM824.43 (conversely ἕως for ὡς final, v. ἕως (B) A. 1.4).    Ae Local, where, in dialects, Theoc.1.13, 5.101, 103, IG9(2).205.4 (Melitea, iii B. C.), SIG685.63, al. (Cretan, ii B. C.), IG12(1).736.5 (Camirus), GDI5597.8 (Ephesus, iii B. C.).    B ὡς as CONJUNCTION:    I with Substantive clauses, to express a fact, = ὅτι, that.    II with Final clauses, to express an end or purpose, = ἵνα, ὅπως, so that, in order that.    III Consecutive, = ὥστε, so that.    IV Causal, since, because.    I with Substantive Clauses, with verbs of learning, saying, etc., that, expressing a fact, γνωτὸν... ὡς ἤδη Τρώεσσιν ὀλέθρου πείρατ' ἐφῆπται Il.7.402, cf. Od.3.194, etc.: in commands, προεῖπεν ὡς μηδεὶς κινήσοιτο X.HG2.1.22: with Verbs of fear or anxiety, c. fut. indic., μηκέτ' ἐκφοβοῦ, μητρῷον ὥς σε λῆμ' ἀτιμάσει ποτέ S.El.1427, cf. X.Cyr.6.2.30; μὴ φοβοῦ ὡς ἀπορήσεις ib.5.2.12, cf. D.10.36; a sentence beginning with ὡς is sts., when interrupted, resumed by ὅτι, and vice versa, X.Cyr.5.3.30, Pl.R.470d, Hp.Ma.281c; so ὡς with a finite Verb passes into the acc. and inf., Hdt.1.70, 8.118: both constructions mixed in the same clause, ἐλογίζετο ὡς . . ἧττον ἂν αὐτοὺς ἐθέλειν . . X.Cyr.8.1.25, cf. HG3.4.27: after primary tenses (incl. historic pres.) ὡς is folld. by indic., after historic tenses by opt. (sts. by indic., both constructions in ὑπίσχοντο . . ἀμυνέειν, φράζοντες ὡς οὔ σφι περιοπτέη ἐστὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπολλυμένη . . ἀλλὰ τιμωρητέον εἴη Hdt.7.168): sts. c. opt. after a primary tense, κατάπτονται . . λέγοντες ὡς Ἀρίστων . . οὐ φήσειε Id.6.69, cf. 1.70, Th.1.38, Pl.Chrm.156b.    2 with Verbs of feeling, χαίρει δέ μοι ἦτορ, ὥς μευ ἀεὶ μέμνησαι Il.23.648; ἄχος ἔλλαβ' Ἀχαιοὺς ὡς ἔπεσ' 16.600.    II with Final Clauses, that, in order that; in this sense ὡς and ὡς ἄν, Ep. ὥς κεν, are used with the subj. after primary tenses of the indic., and with the opt. after the past tenses, βουλὴν ὑποθησόμεθ'... ὡς μὴ πάντες ὄλωνται Il.8.37; τύμβον χεύαμεν... ὥς κεν τηλεφανὴς . . εἴη Od. 24.83; ἡμεῖς δ' ἴωμεν ὡς, ὁπηνίκ' ἂν θεὸς πλοῦν ἡμὶν εἴκῃ, τηνικαυθ' ὁρμώμεθα S.Ph.464; [νέας] διηκοσίας περιέπεμπον . . ὡς ἂν μὴ ὀφθείησαν Hdt.8.7. b. rarely c. fut. indic., ὡς μὴ ὦν αὐτοὶ τε ἀπολέεσθε (cj. Cobet for ἀπόλεσθε) κἀμὲ τρώσετε, ἐς ἄλλον τινὰ δῆμον ἀποίχεσθε Hecat. 30J.    2 ὡς is also used with past tenses of the indic. to express a purpose which has not been or cannot be fulfilled, τί μ' οὐκ ἔκτεινας, ὡς ἔδειξα μήποτε . . ; so that I never should... S.OT1392; ἔδει τὰ ἐνέχυρα λαβεῖν, ὡς μηδ' εἰ ἐβούλετο ἐδύνατο ἐξαπατᾶν X.An. 7.6.23; cf. ἵνα B. 1.3, ὅπως B. 1.3.    3 ὡς c. inf., to limit an assertion, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέειν Hdt.6.95, cf. 2.124; ὡς εἰπεῖν λόγῳ ib.53; or ὡς ἔπος εἰπεῖν, cf. ἔπος 11.4; ὡς συντόμως, or ὡς συνελόντι εἰπεῖν to speak shortly, to be brief, X.Oec.12.19, Mem.3.8.10; ὡς εἰκάσαι to make a guess, i.e. probably, Hdt.1.34, etc.; ὡς μικρὸν μεγάλῳ εἰκάσαι Th.4.36 (so without ὡς, οὐ πολλῷ λόγῳ εἰπεῖν Hdt. 1.61), v. supr. Ab. 11.1, 2.    III to express Consequence, like ὥστε, so that, freq. in Hdt., εὖρος ὡς δύο τριήρεας πλέειν ὁμοῦ in breadth such that two triremes could sail abreast, Hdt.7.24; ὑψηλὸν οὕτω... ὡς τὰς κορυφὰς αὐτοῦ οὐκ οἷά τε εἶναι ἰδέσθαι 4.184; so in Trag. and Prose, A.Pers.437, al., S.OT84, X.An.3.5.7, etc.; ἀπέχοντας ἀπ' ἀλλάλων ὡς ἦμεν Ϝικατίπεδον ἄντομον Tab.Heracl.1.75; οὕτως . . ὡς ὁμολογεῖν Jul.Or.5.164d; ὡς καὶ τοὺς τεχνίτας λανθάνειν PHolm. 9.13; also, like ὥστε, with Indic., οὕτω κλεινὴ ἐγένετο, ὡς . . ἐξέμαθον Hdt.2.135, cf. S.Tr.590, X.HG4.1.33.    2 ἢ ὡς after a Comp., μάσσον' ἢ ὡς ἰδέμεν Pi.O.13.113; μαλακώτεροι . . ἢ ὡς κάλλιον αὐτοῖς Pl.R. 410d; cf. ὥστε B. 1.2: with words implying comparison, ὀλίγοι ἐσμὲν ὡς ἐγκρατεῖς εἶναι αὐτῶν too few to... X.Cyr.4.5.15, γραῦς εἶ, ὦ Ἐλπινίκη, ὡς τηλικαῦτα διαπράττεσθαι πράγματα too old to . . Stesimbr. 5J.    3 ὡς is sts. omitted where the antecedent demonstrative is expressed, οὕτω ἰσχυραί, μόγις ἂν διαρρήξειας so strong, you could hardly break them, Hdt.3.12; ῥώμη σώματος τοιήδε, ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ἦσαν Id.1.31.    IV Causal, inasmuch as, since, τί ποτε λέγεις, ὦ τέκνον; ὡς οὐ μανθάνω S.Ph.914, cf. E.Ph.843, 1077, Ar.Ra.278: c. opt., μὴ καὶ λάθῃ με προσπεσών· ὡς μᾶλλον ἂν ἕλοιτο μ' ἢ τοὺς πάντας Ἀργείους λαβεῖν S.Ph.46.    2 on the ground that... c. fut. indic., Lys.30.27.    C ὡς before    I Participles;    II Prepositions; and    III ὡς itself as a Preposition.    I with Participles in the case of the Subject, to mark the reason or motive of the action, as if, as, ὡς οὐκ ἀΐοντι ἐοικώς Il.23.430 (v. infr. G); ἀγανακτοῦσιν ὡς μεγάλων τινῶν ἀπεστερημένοι (i. e. ἡγούμενοι μεγάλων τινῶν ἀπεστερῆσθαι), Pl.R.329a: most freq. c. part. fut., διαβαίνει... ὡς ἀμήσων τὸν σῖτον Hdt.6.28, cf. 91; παρεσκευάζοντο ὡς πολεμήσοντες Th.2.7, etc.; δηλοῖς ὥς τι σημανῶν νέον S.Ant. 242; ὡς τεθνήξων ἴσθι νυνί Ar.Ach.325 (troch.): in questions, παρὰ Πρωταγόραν νῦν ἐπιχειρεῖς ἰέναι, ὡς παρὰ τίνα ἀφιξόμενος; Pl.Prt.311b; ὡς τί δὴ θέλων; E.IT557; with vbs. of knowing, ἐπιστάσθω Κροῖσος ὡς ὕστερον . . ἁλοὺς τῆς πεπρωμένης Hdt.1.91; ὡς μὴ 'μπολήσων ἴσθι . . S.Ant.1063.    2 with Participles in oblique cases, λέγουσιν ἡμᾶς ὡς ὀλωλότας they speak of us as dead, A.Ag.672; ὡς μηδὲν εἰδότ' ἴσθι μ' ὧν ἀνιστορεῖς S.Ph.253; τὸν ἐκβαίνοντα κολάζουσιν ὡς παρανομοῦντα Pl.R.338e; ἵνα μὴ ἀγανακτῇ ὑπὲρ ἐμοῦ ὡς δεινὰ πάσχοντος Id.Phd.115e, cf. Hdt.5.85, 9.54; νῦν δέ σου τὰ ἔργα φανερὰ γεγένηται οὐχ ὡς ἀνιωμένου ἀλλ' ὡς ἡδομένου τοῖς γιγνομένοις Lys.12.32; κτύπος φωτὸς ὡς τειρομένου <του> S.Ph.202 (lyr.); ἐν ὀλιγωρίᾳ ἐποιοῦντο, ὡς, ὅταν ἐξέλθωσιν, ἢ οὐχ ὑπομενοῦντας σφᾶς ἢ ῥᾳδίως ληψόμενοι βίᾳ made light of the matter, in the belief that... Th.4.5.—Both constructions in one sentence, τοὺς κόσμους εἴασε χαίρειν ὡς ἀλλοτρίους τε ὄντας καὶ πλέον θάτερον ἡγησάμενος ἀπεργάζεσθαι Pl.Phd.114e, cf. X.Cyr.1.5.9.    3 with Parts. put abs. in gen., νῦν δέ, ὡς οὕτω ἐχόντων, στρατιὴν ἐκπέμπετε Hdt.8.144; ἐρώτα ὅτι βούλει, ὡς τἀληθῆ ἐροῦντος X.Cyr.3.1.9; ὡς ὧδ' ἐχόντων τῶνδ' ἐπίστασθαί σε χρή S.Aj.281, cf. 904, A.Pr.760, E.Med.1311, Th.7.15, X.An.1.3.6: so also in acc., μισθὸν αἰτοῦσιν, ὡς οὐχὶ αὐτοῖσιν ὠφελίαν ἐσομένην ἐκ τοῦ ἄρχειν Pl.R.345e, cf. E.Ph.1461: with both cases in one sentence, ὡς καὶ τῶν Ἀθηναίων προσδοκίμων ὄντων ἄλλῃ στρατιᾷ καὶ . . διαπεπολεμησόμενον Th.7.25, cf. Pl.R.604b.    II ὡς before Preps., ἀνήγοντο ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν (v.l. -ίᾳ) Th.1.48, cf. X. HG2.1.22; φρύγανα συλλέγοντες ὡς ἐπὶ πῦρ Id.An.4.3.11; κατέλαβε τὴν ἀκρόπολιν ὡς ἐπὶ τυραννίδι, expressing the purpose, Th.1.126; ἀπέπλεον . . ὡς ἐς τὰς Ἀθήνας Id.6.61; πλεῖς ὡς πρὸς οἶκον S.Ph.58; τὸ βούλευμ' ὡς ἐπ' Ἀργείοις τόδ' ἦν Id.Aj.44: in these passages ὡς marks an intention; not so in the following: ἀπαγγέλλετε τῇ μητρὶ [χαίρειν] ὡς παρ' ἐμοῦ X.Cyr.8.7.28; also ὡς ἀπὸ τῆς πομπῆς Pl.R. 327c; ὡς ἐκ κακῶν ἐχάρη Hdt.8.101.    b later, in geographical expressions, of direction, προϊών, ὡς ἐπὶ τὸν Πηνειόν Str.9.5.8, cf. 13.1.22; ὡς πρὸς ἕω βλέπων Id.8.6.1, cf. 7.6.2; ὡς εἰς Φηραίαν (leg. Ἡραίαν) ἰόντων Id.8.3.32.    III ὡς as a Prep., prop. in cases where the object is a person, not a place: once in Hom., ὡς αἰεὶ τὸν ὁμοῖον ἄγει θεὸς ὡς τὸν ὁμοῖον Od.17.218 (v.l. ἐς τὸν ὁμοῖον, cf. αἶνος Ὁμηρικός, αἰὲν ὁμοῖον ὡς θεός . . ἐς τὸν ὁμοῖον ἄγει Call.Aet.1.1.10; ἔρχεται . . ἕκαστον τὸ ὅμοιον ὡς τὸ ὅ., τὸ πυκνὸν ὡς τὸ πυκνόν κτλ. (with v.l. ἐς) Hp.Nat.Puer.17), but possibly ὡς . . ὥς as . . so, in Od. l.c.; also in Hdt., ἐσελθεῖν ὡς τὴν θυγατέρα 2.121.έ: freq. in Att., ὡς Ἆγιν ἐπρεσβεύσαντο Th.8.5, etc.; ἀφίκετο ὡς Περδίκκαν καὶ ἐς τὴν Χαλκιδικήν Id.4.79; ἀπέπλευσαν ἐς Φώκαιαν . . ὡς Ἀστύοχον Id.8.31; ναῦς ἐς τὸν Ἑλλήσποντον ὡς Φαρνάβαζον ἀποπέμπειν ib.39; ὡς ἐκεῖνον πλέομεν ὥσπερ πρὸς δεσπότην Isoc. 4.121; the examples of ὡς with names of places are corrupt, e.g. ὡς τὴν Μίλητον Th.8.36cit> (ἐς cod. Vat.); ὡς Ἄβυδον one Ms. in Id.8.103; ὡς τὸ πρόσθεν Ar.Ach.242: in S.OT1481 ὡς τὰς ἀδελφὰς . . τὰς ἐμὰς χέρας is equiv. to ὡς ἐμὲ τὸν ἀδελφόν; in Id.Tr.366 δόμους ὡς τούσδε house = household.    D ὡς in independent sentences:    I as an exclamation, how, mostly with Advbs. and Adjs., ὡς ἄνοον κραδίην ἔχες how silly a heart hadst thou! Il.21.441; ὡς ἀγαθὸν καὶ παῖδα λιπέσθαι how good is it... Od.3.196, cf. 24.194; φρονεῖν ὡς δεινόν S.OT316; ὡς ἀστεῖος ὁ ἄνθρωπος how charming he is! Pl.Phd.116d; ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε LXX Ps.91(92).6, 103(104).24; in indirect clauses, ἐθαύμασα τοῦτο, ὡς ἡδέως . . ἀπεδέξατο marvelled at seeing how... Pl. Phd.89a.    2 with Verbs, ὥς μοι δέχεται κακὸν ἐκ κακοῦ αἰεί how constantly... Il.19.290, cf. 21.273; ὡς οὐκ ἔστι χάρις μετόπισθ' εὐεργέων how little thanks remain! Od.22.319; ὡς ὄχλος νιν . . ἀμφέπει see how... E.Ph.148; ὡς ὑπερδέδοικά σου how greatly... S.Ant.82; so perh. ὡς οἰμώξεται Ar.Ra.279; ὡς ἅπανθ' ὑμῖν τυραννίς ἐστι Id.V.488 (troch.).    II to mark a wish, oh that! c. opt. alone, ὡς ἔρις . . ἀπόλοιτο Il.18.107; ὡς ἀπόλοιτο καὶ ἄλλος Od.1.47, cf. S.El.126 (lyr.); also ὡς ἄν or κε with opt., ὡς ἂν ἔπειτ' ἀπὸ σεῖο οὐκ ἐθέλοιμι λείπεσθαι Il.9.444; ὥς κέ οἱ αὖθι γαῖα χάνοι 6.281.    2 joined with other words of wishing, ὡς ὤφελες αὐτόθ' ὀλέσθαι 3.428; ὡς δὴ μὴ ὄφελον νικᾶν Od.11.548.    E ὡς with numerals marks that they are to be taken only as a round number, as it were, about, nearly, σὺν ἀνθρώποις ὡς εἴκοσι X.An.3.3.5; also ὡς πέντε μάλιστά κῃ about five (v. μάλα 111.5), Hdt.7.30:—also with words compounded with numerals, δέπας . . ὡς τριλάγυνον Stesich.7; παῖς ὡς ἑπτέτης of some seven years, Pl. Grg.471c; δρέπανα ὡς διπήχη X.Cyr.6.1.30, cf. An.5.4.12; cf. ὡσεί 111.    F ὡς in some elliptical (or apparently elliptical) phrases:    1 ὡς τί δὴ τόδε (sc. γένηται); to what end? E.Or.796 (troch.); cf. ἵνα B.11.3c.    2 know that (sc. ἴσθι), ὡς ἔστιν ἀνδρὸς τοῦδε τἄργα ταῦτά σοι S.Aj.39; ὡς τοῦτό γ' ἔρξας δύο φέρει δωρήματα Id.Ph.117; ὡς τῆσδ' ἑκοῦσα παιδὸς οὐ μεθήσομαι E.Hec.400, cf. Med.609, Ph.720; ὡς τάχ' οὐκέθ' αἱματηρὸν . . ἀργήσει ξίφος ib.625 (troch.); so in Com., ὡς ἔστ' ἐν ἡμῖν τῆς πόλεως τὰ πράγματα Ar.Lys.32, cf. 499 (anap.), Ach. 333 (troch.), Nu.209; also ἀλλ' ὡς ἀπὸ τοῦ τείχους πάρεστιν ἄγγελος οὐδείς Id.Av.1119.    3 ὡς ἕκαστος, ἕκαστοι, each severally (whether in respect of time, place, or other difference), ξυνελέγοντο . . Κορίνθιοι δισχίιοι ὁπλῖται, οἱ δ' ἄλλοι ὡς ἕκαστοι, Φλειάσιοι δὲ πανστρατιᾷ Th.5.57, cf. 1.107, 113; πρώτη τε αὕτη πόλις ξυμμαχὶς παρὰ τὸ καθεστηκὸς ἐδουλώθη, ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων ὡς ἑκάστη [ξυνέβη] (ξ. secl. Krüger: ἀπὸ κοινοῦ ἐδουλώθη Sch.l.c.) Id.1.98; ἄλλοι τε παριόντες ἐγκλήματα ἐποιοῦντο ὡς ἕκαστοι ib.67, cf. 7.65; χρησμολόγοι τε ᾖδον χρησμοὺς παντοίους, ὧν ἀκροᾶσθαι ὡς ἕκαστος ὥρμητο, i. e. different persons ran to listen to different prophecies, Id.2.21; τὰς ἄλλας ὡς ἑκάστην ποι ἐκπεπτωκυῖαν ἀναδησάμενοι ἐκόμιζον ἐς τὴν πόλιν they made fast to the rest wherever each (ship) had been run ashore, Id.7.74; οἱ δ' οὖν ὡς ἕκαστοι Ἕλληνες κατὰ πόλεις τε ὅσοι ἀλλήλων ξυνίεσαν καὶ ξύμπαντες ὕστερον κληθέντες οὐδὲν πρὸ τῶν Τρωικῶν . . ἁθρόοι ἔπραξαν the various peoples that were later called by the common name of Greeks, Id.1.3; ὡς ἑκάστῳ ἔργον προστάσσων Hdt.1.114; ὡς ἑκάστην (one by one) αἱρέοντες (sc. τὰς νήσους) οἱ βάρβαροι ἐσαγήνευον τοὺς ἀνθρώπους Id.6.31, cf. 79; ὡς ἑκασταχόσε D.C.41.9, al.; rarely with a Verb, ὡς ἕκαστος ἀπικνέοιτο Hdt.1.29, cf. Th.6.2: later ὡς follows ἕκαστος, ἑκάστῳ ὡς ὁ Θεὸς ἐμέρισεν μέτρον πίστεως Ep.Rom.12.3:—for the etymology v. infr. H; also ὡς ἑκάτεροι Th.3.74 (v. infr. H).    G ὡς pleonast. in ὡς ὅτι D.H. 9.14, 2 Ep.Cor.11.21, Sch.A Il.1.264, 129, 396, 3.280, AP9.530, dub.l. in Str.15.1.57.    H Etymology: this word is in origin five distinct words: (1) ὡς 'as' is the Adv. fr. the Relat. ὅς (I.-E. stem yo-); with ὡς βέλτιστος cf. Skt. yācchrē[snull ][tnull ]á[hudot ] 'the best possible': (2) ὧς 'thus' is the Adv. of a Demonstr. stem so- found in Skt. sa, Gr. ὁ, Lat. sō-c (Gloss. = ita, cf. Umbr. esoc); (3) ὡς postpositive (ὄρνιθες ὥς, etc.) constantly makes a preceding short closed syll. long in Hom., and must therefore have been ϝως; it may perh. be related to Skt. , a form of va, iva ( = (1) or (2) like), Lat. ve, Gr. ἦ[ϝ] ε; (4) ὡς prep. 'to' is of doubtful origin (perh. fr. *ὠς, cogn. with Lat. ōs 'face', Skt. ās: ὤς τινα ἐλθεῖν like τί δέ δε φρένας ἵκετο πένθος;); (5) ὡς F.3 is prob. ϝως, Adv. of ϝός the reflexive Adj., and means lit. in his (their) own way (or place); it is idiomatically placed before ἕκαστος (ἑκάτερος), cf. ϝὸν ϝεκάτερος Leg.Gort.1.18.

German (Pape)

[Seite 1416] dor. auch ὥ, B. A. 591, 22. 617, 31 (vgl. auch das vorige ὥς), adv. des relat. Pronomens ὅς, auf welche Art, Weise, wie, so wie, in wie fern; oft bei Hom.; im Allgemeinen immer eine erklärende Bestimmung enthaltend, und

Greek (Liddell-Scott)

ὡς: δισύλλ., δαέρων ἢ γαλόων Ω. 769.-(Ἐξ ἀρχῆς ἔχον τὸ δίγαμμα δαϝήρ· πρβλ. Σανσκρ. dêvâ, dêvaras· Λατ. lēvir (πρβλ. δάκρυ lacrima)· Ἀγγλο - Σαξ. tâcor· Παλαιο - Γερμ. zeihhur· Σλαυ. deveri).

French (Bailly abrégé)

1adv. et conj.
A. adv. relat. marquant :
I. une comparaison :
1 comme, de même que, en corrélat. avec un antécéd. exprimé : ὡς…, ὥς, comme…, ainsi ; de même que…, de même ; ὡς…, οὕτω, m. sign. ; il se place souv. après le suj. et s’écrit ὥς : θεὸς δ’ ὣς τίετο IL il était honoré comme un dieu ; βόες ὣς ἀγελαῖαι OD comme un troupeau de génisses ; en ce sens ὡς est qqf pléonast. : ὡς ἔλαυνεν ὡς οὐκ ἀίοντι ἐοικώς IL il poussait ses chevaux comme s’il n’entendait pas, litt. comme semblable à un homme qui n’entend pas;
2 comme, tandis que, en même temps que : ὡς ἥψατο γούνων, ὥς… IL comme elle avait touché ses genoux, de même… ; ὡς ἴδεν, ὥς… IL dès qu’il la vit, aussitôt…;
3 tandis que, tant que, aussi longtemps que : ὡς ἂν οὗτος ἥλιος αἴρῃ SOPH aussi longtemps que ce soleil s’élèvera dans le ciel;
4 comme, autant que : ἑλὼν κρέας ὥς οἱ χεῖρες ἐχάνδανον OD ayant pris de la viande autant que ses mains en pouvaient contenir ; ὡς εῖχε ποδῶν (v. πούς) autant qu’il avait de vitesse ; particul. aprèsconstruit avec un Cp. : βραχύτερα ἠκόντιζον ἣ ὡς ἐξικνεῖσθαι τῶν σφενδονητῶν XÉN ils ne lançaient pas leurs javelots assez loin pour pouvoir atteindre les frondeurs;
II. une relation :
1 comme, de la façon que ; οὕτω νῦν καὶ ἐγὼ νοέω ὡς σὺ ἐίσκεις OD moi aussi je pense maintenant comme tu penses toi-même;
2 comme, selon que, suivant que : ὡςμάντις φησίν ESCHL selon ce que dit le devin ; ὡς φάτις ἀνδρῶν SOPH comme disent les hommes ; avec l’inf. dans une prop. dépendant d’une prop. subordonnée : ὡς σφίσι δοκέειν HDT selon leur avis ; après ὥς φησιν, ὡς λέγουσιν, ὡς οἶμαι et autres constructions de ce genre, le verbe de la prop. principale devient comme le rég. de ces verbes et peut se construire à l’inf. : ὡς δὲ Σκύθαι λέγουσι νεώτατον ἁπάντων ἐθνέων εἶναι τὸ σφέτερον (pour ἐστίν, ὡς λέγουσι) HDT la nation des Scythes, selon ce qu’ils disent eux-mêmes, est la plus récente de toutes;
3 en tant que, autant que, dans la mesure où (avec une nuance d’indétermination) : ellipt. dans les locut. ὡς ἕκαστος, ὡς ἕκαστοι HDT, THC chacun pour soi, litt. selon que chacun, d’ord. avec l’inf. : ὡς ἐμὲ εὖ μεμνῆσθαι HDT autant qu’il m’en souvient bien ; ὥς γέ μοι δοκεῖν AR autant qu’il me semble ; μεγάλα ἐκτήσατο χρήματα ὡς ἂν εἶναι Ῥοδώπι HDT elle acquit de grandes richesses pour une (femme comme) Rhodopis ; elliptiq. ὡς ἐμοί, ὥς γ’ ἐμοί (s.e. δοκεῖν) autant qu’il me semble ; εἶ γενναῖος ὡς ἰδόντι SOPH à te voir, tu es d’un sang généreux ; particul. dev. une prép. : ὡς ἀπ’ ὀμμάτων (s.e. εἰκάσαι) SOPH à en juger par les yeux ; ὡς ἐκ τῶν δυνατῶν THC autant que cela est possible ; ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων THC eu égard aux circonstances ; ὡς τὸ πολύ, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, le plus souvent ; ὡς ἐπὶ πλεῖστον le plus possible. À cette construct. se rattache l’emploi de ὡς dev. un adv. : ὡς ἀληθῶς, ὡς ἐτύμως ESCHL, ὡς ἐτητύμως SOPH aussi véritablement que possible ; avec inversion : θαυμαστῶς ὡς PLAT, θαυμασίως ὡς ATT étonnamment ; en séparant l’adv. de ὡς : θαυμαστῶς μοι εἶπες ὡς PLAT ce que tu m’as dit là est étonnant ; surt. avec un Sp. : ὡς μάλιστα ATT le plus possible ; ὡς τάχιστα ATT le plus promptement possible ; ὡς βέλτιστος ATT le meilleur possible ; avec une prép. : ὡς ἐς ἐλάχιστον χωρίον THC sur l’espace le plus resserré possible ; ὡς ἐν ἐχυροτάτῳ XÉN dans la situation la plus forte possible;
III. l’intention, le but :
1 avec l’intention de, dans le dessein de, en vue de, avec un part. fut. ou prés. : ἐλάμβανε τὸ τόξον ὡς κατατοξεύσων αὐτόν HDT il prenait son arc comme pour le frapper d’une flèche ; avec un part. abs. : προσέθηκε δρέπανα ὡς ἐμβαλούντων εἰς τοὺς ἐναντίους XÉN il ajouta des faux, pour qu’ils pussent se jeter sur l’ennemi;
2 comme, en guise de : ὡς σιτίον καὶ φάρμακον διδόναι XÉN donner même du poison en guise d’aliment ; comme si : ὡς εἰς Πισίδας βουλόμενος στρατευέσθαι XÉN comme s’il voulait faire une expédition en Pisidie;
3 en qualité de : ἦν δὲ οὐδὲ ἀδύνατος ὡς Λακεδαιμόνιος εἰπεῖν THC il n’était même pas incapable de parier pour un Lacédémonien, càd il ne manquait pas d’éloquence ; μακρὰν ὡς γέροντι ὁδόν SOPH longue route pour un vieillard ; avec un part. parce que, vu que, attendu que : κατεγέλων τῆς πολιορκιάς ὡς ἔχοντες τὰ ἐπιτήδεια XÉN ils se moquaient du siège, parce qu’ils avaient les provisions nécessaires ; la prop. commençant par ὡς exprime souv. non un fait, mais une simple possibilité, une conjecture, une opinion : ὡς μηδὲν εἰδότ’ ἴσθι μ’ ὦν ἀνιστορεῖς SOPH sache que je ne sais rien des choses que tu rappelles;
4 en quelque sorte, à peu près, environ, litt. comme (si c’était), comme (qui dirait) : ὡς τὸ τρίτον μέρος THC le tiers environ, litt. comme le tiers ; ὡς δύω παρασάγγας XÉN environ deux parasanges;
IV. une exclamation : ὡς καλός μοι ὁ πάππος XÉN comme mon grand-père est beau !;
V. un souhait, avec l’opt. : ὡς ἔρις ἀπόλοιτο IL puisse la discorde cesser ! avec une négat. : ὡς μὴ θάνοι OD puisse-t-il ne pas mourir !;
VI. une interrog. indir. : διελέγοντο πρὸς ἀλλήλους ὡς μνημονικὸς ὁ Κῦρος XÉN ils se disaient les uns aux autres combien Cyrus avait bonne mémoire ; θαυμάζω ὡς ἡδέως καθεύδεις PLAT j’admire comme tu dors paisiblement ; de même dans les locut. : οὐκ ἔσθ’ ὡς SOPH il n’est pas possible que ; οὐκ ἔσθ’ ὡς οὐ SOPH il n’est pas possible que… ne ; sur la locut. οἶσθ’ ὡς ποίησον, v. οἶδα;
B. conj. I. que, avec l’ind. : ὡς εἴσ’ ἀληθεῖς οἶδα SOPH je sais qu’ils sont sincères ; avec un part. prés. ou fut. : ὡς ἐμοῦ ἰόντος ὅπη ἂν καὶ ὑμεῖς, οὕτω τὴν γνώμην ἔχετε XÉN sachez ceci, c’est que j’irai partout où vous irez;
II. afin que, pour que, en vue de, avec le sbj. après un temps principal : κρῖν’ ἄνδρας, ὡς φρήτρη φρήτρῃσιν ἀρήγῃ IL choisis les hommes pour que les tribus se portent secours les unes aux autres ; avec l’opt. après un temps second. : εἶχον δρέπανα ὡς διακόπτοιεν XÉN ils avaient des faux pour faucher (tout ce qu’ils rencontreraient) ; avec l’ind. : τί μ’ οὐ λαβὼν ἔκτεινας εὐθύς, ὡς ἔδειξα μήποτ’ ἐμαυτὸν ἀνθρώποισιν ἔνθενγεγώς ; SOPH pourquoi m’ayant pris ne m’as-tu pas tué tout de suite, pour m’empêcher de révéler aux hommes le secret de ma naissance ? avec l’inf. : κώθωνα ὡς ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ ἀρύσασθαι XÉN une tasse pour puiser au fleuve ; particul. dans les locut. ὡς ἔπος εἰπεῖν ATT ; ou simpl. ὡς εἰπεῖν HDT pour ainsi dire ; ὡς συντόμως εἰπεῖν XÉN, ὡς συνελόντι εἰπεῖν XÉN pour le dire en peu de mots, bref;
III. de telle sorte que, avec l’inf. : εὖρος ὡς δύο τριήρεις πλέειν ὁμοῦ HDT d’une largeur telle que deux trirèmes pussent y naviguer de front ; avec l’ind. : οὕτως ἐμοὶ ἐβοήθησας ὡς νῦν σέσωσμαι XÉN tu m’as secouru de telle sorte, que me voilà sauvé. Lorsque l’antécéd. οὕτως (v. les ex. préc.), τοιόσδε ou autre semblable se trouve exprimé dans la 1ᵉ prop., ὡς est qqf s.-e. dans la 2ᵉ, particul. chez Hérodote : οὕτω ἱσχυραὶ (ὡς) μόγις ἂν λίθῳ παίσας διαρρήξειας HDT tellement dures, qu’à peine on pourrait les briser à coups de pierres;
IV. lorsque, après que, et avec εὐθύς ou τάχιστα, dès que, avec l’ind. : ὡς ἴδον Ἥφαιστον IL lorsqu’ils virent Hèphæstos ; ὡς δὲ εἶδεν ἔλαφον XÉN lorsqu’il eut vu une biche ; εὐθὺς ὡς ἤκουσεν ESCHL dès qu’il eut appris ; avec le sbj. ou l’opt. pour marquer l’idée de répétition : toutes les fois que, chaque fois que : ὡς δὲ εἰς τὴν Μιλησίην ἀπίκοιτο HDT toutes les fois qu’il arrivait en Milésie;
V. parce que, puisque, car, avec l’ind. : τί ποτε λέγεις, ὦ τέκνον ; ὡς οὐ μανθάνω SOPH que veux-tu dire, enfin, mon enfant ? car je ne comprends pas ; μὴ καὶ λάθῃ με προσπεσὼν, ὡς μᾶλλον ἂν ἕλοιτό μ’ ἢ τοὺς πάντας Ἀργείους λαβεῖν SOPH de peur qu’il ne m’aperçoive, car il aimerait mieux s’emparer de moi que de tous les Grecs.
Étymologie: adv. du pron. rel. ὅς.
2prép. avec l’acc.
vers ; primit. et en poésie avec un nom de pers. αἰεὶ τὸν ὁμοῖον ἄγει θεὸς ὡς τὸν ὁμοῖον OD toujours un dieu pousse le semblable vers son semblable ; ὡς ὑμᾶς SOPH vers vous ; postér. et en prose avec un n. de lieu ὡς Ἄβυδον THC vers Abydos.
Étymologie: cf. ἕως.

English (Autenrieth)

(1): prep. w. acc., only with personal obj., to; ὡς τὸν ὁμοῖον, Od. 17.218†.
(2) (ψως): I. adv., as, how; answering to τώς, ὥς (ὧς), οὕτω, τόσσον, Od. 14.44; ‘so surely as,’ Il. 8.541; often ὡς ὅτε, ὡς εἰ, and used with single words as well as with clauses. Exclamatory, how! Od. 16.364, Od. 24.194. — II. conj., (1) temporal, as, when, always of a fact, with ind., Il. 23.871. — (2) explanatory (like ὅτι), that, Od. 3.346; and causal, because (=ὅτι οὕτως), Il. 4.157, Od. 2.233, Od. 17.243.—(3) final, that, in order that.— (4) idiomatically used in the expression of a wish, like utinam, Il. 18.107, Il. 3.428.

English (Slater)

ὡς
   a in comparisons,
   I = ὥσπερ Ἴλᾳ φερέτω χάριν Ἁγησίδαμος, ὡς Ἀχιλεῖ Πάτροκλος (O. 10.18) Σίσυφον μὲν πυκνότατον παλάμαις ὡς θεόν (O. 13.52) μάντις ὡς τελέσσω ἱεραπόλος Παρθ. 1. . προβάτων ἐκ πάντων κελάρυξεν, ὡς ἀπὸ κρανᾶν φέρτατον ὕδωρ, θηλᾶν γάλα *fr. 104b. 2.* cf. ὥς b.
   II ὡς εἰ, c. ind. φιάλαν ὡς εἴ τις δωρήσεται νεανίᾳ γαμβρῷ, καὶ ἐγὼ νέκταρ χυτόν πέμπων ἱλάσκομαι (O. 7.1), v. ὥσει.
   g ὡς ὅτε, v. ὅτε.
   d ἢ ὡς (= ἢ ὤστε) εὑρήσεις ἐρευνῶν μᾶσσον ἢ ὡς ἰδέμεν (“als du blicken kannst,” Dornseiff) (O. 13.113) οὐκ ἄναλκις ὡς τόσον ἀγῶνα δῦναι (at potius ad (O. 1.81) referendum, nott. Snell) ?fr. 342.
   b epexeg.
   I c. ind., how δεῖξέν τε Κοιρανίδᾳ πᾶσαν τελευτὰν πράγματος, ὤς τ' κοιτάξατο ὥς τέ οἱ παῖς ἔπορεν δαμασίφρονα χρυσόν (bis) (O. 13.75) —6. ἀρχαῖον ὀτρύνων λόγον, ὡς, ἐπεὶ μόλεν, ὡς (Hermann: ὥς τ codd.) οὐ λαθὼν χρυσόθρονον Ἥραν κροκωτὸν σπάργανον ἐγκατέβα (anacoluthon!) (N. 1.35) —7. αἱ δὲ πρώτιστον μὲν ὕμνησαν Διὸς ἀρχόμεναι σεμνὰν Θέτιν Πηλέα θ, ὥς τέ νιν ἁβρὰ Κρηθεὶς Ἱππολύτα δόλῳ πεδᾶσαι ἤθελε (N. 5.26) συνέπαξε λόγον, ὡς ἦρα νυμφείας ἐπείρα κεῖνος ἐν λέκτροις Ἀκάστου εὐνᾶς (N. 5.30) cf. (P. 9.98)
   II c. ἄν + opt. (v. Goodwin, M & T, 329̆{2}) μέλλον ἔντειλεν φυλάξασθαι χρέος παισὶν φίλοις, ὡς ἂν θεᾷ πρῶτοι κτίσαιεν βωμὸν (O. 7.42)
   c final,
   I c. subj. ἀλλὰ κελεύθοις ἁπλόαις ζωᾶς ἐφαπτοίμαν, θανὼν ὡς παισὶ κλέος μὴ τὸ δύσφαμον προσάψω (N. 8.36)
   II c. opt. πέφνε δ' Εὔρυτον, ὡς Αὐγέαν λάτριον ἀέκονθ ἑκὼν μισθὸν ὑπέρβιον πράσσοιτο (O. 10.28) χρῆσεν οἰκιστῆρα Βάττον ἱερὰν νᾶσον ὡς ἤδη λιπὼν κτίσσειεν εὐάρματον πόλιν (P. 4.7)
   d causal, = ἐπεί c. ind. δηρίομαι πολέσιν περὶ πλήθει καλῶν, ὡς μὰν σαφὲς οὐκ ἂν εἰδείην λέγειν ποντιᾶν ψάφων ἀριθμόν (O. 13.45) διείργει δὲ πᾶσα κεκριμένα δύναμις, ὡς τὸ μὲν οὐδέν, ὁ δὲ χάλκεος ἀσφαλὲς αἰὲν ἕδος μένει οὐρανός (N. 6.3)
   e temporal, after c. ind. ὡς δ' ἄφαντος ἔπελες οὐδὲ φῶτες ἄγαγον, ἔννεπε κρυφᾷ τις (O. 1.46)
   f in phrases,
   I ὡς τάχος, with all speed “καὶ ὡς τάχος ὀτρύνει με τεύχειν” (P. 4.164)
   II c. superl. adv. πεῖραν μὲν ἀγάνορα ἀναβάλλομαι ὡς πόρσιστα as far as possible (N. 9.29)
   III c. adj., restrictive ἄφωνοί θ' ὡς ἕκασται φίλτατον παρθενικαὶ πόσιν ἢ υἱὸν εὔχοντ, ὦ Τελεσίκρατες, ἔμμεν (ἕκαστα v. l.: according to their individual wishes, Burton) (P. 9.98)

English (Abbott-Smith)

ὡς, adverbial form of the relative pron. ὅς, ἥ, ὅ.
I.As relat. adv. of manner, as, like as, just as, even as;
1.with a demonstrative, like οὕτως, expressed or understood: οὕτως… ὡς, Mk 4:26, I Co 3:15, Eph 5:28, Ja 2:12, al.; ὡς… οὕτως, Ac 8:32, I Co 7:17, al.; elliptically (sc. οὕτως, οὕτω), c. nom., Mt 6:29, al.; c. acc., Mt 19:19, Mk 12:31, al.; c. prep., Mt 26:55, Mk 14:48, Lk 22:52, Jo 7:10, al.; c. verb., Jo 15:6, II Co 3:1, Eph 2:3, I Th 5:6, al.; c. ptcp. (the ptcp. however not having the special force wh. it has in cl.; v. Bl., §73, 5; 74, 6), Mt 7:29, Mk 1:22, He 13:17, al.; freq implying opinion or belief, Ro 9:32;so esp, c. gen. absol., I Co 4:18, II Co 5:20, I Pe 4:12, II Pe 1:3.
2.Before numerals, about, nearly: Mk 5:13, Jo 1:40, Ac 5:7, al.
3.Before adjectives and adverbs, how: Ro 10:15 11:33, I Th 2:10; c. superl., ὡς τάχιστα, as quickly as possible, Ac 17:15.
II.As conjunction;
1.temporal,
(a)as, when, since: Mk 9:21 14:72, Lk 1:23, Jo 2:9, al.;
(b)while, when, as long as: Lk 12:58, Jo 12:36, Ga 6:10 (Field, Notes, 191); ὡς ἄν (M, Pr., 167, and v.s. ἄν), Ro 15:24, I Co 11:34, Phl 2:23.
2.Final, in order that; c. inf., in order to (M, Pr., 204n), Lk 9:52, Ac 20:24, He 7:9.

English (Strong)

probably adverb of comparative from ὅς; which how, i.e. in that manner (very variously used, as follows): about, after (that), (according) as (it had been, it were), as soon (as), even as (like), for, how (greatly), like (as, unto), since, so (that), that, to wit, unto, when(-soever), while, X with all speed.

Greek Monotonic

ὡς:Α. I. 1. επίρρ. του τρόπου, ὥς (με τόνο), δεικτικό = οὕτως, έτσι, τοιουτοτρόπως, Λατ. sic, σε Όμηρ., Ηρόδ.· σπανίως στην Αττ.· καὶ ὧς, και μ' όλα αυτά, οὐδ' ὧς, μηδ' ὧς, όχι έτσι, με κανέναν τρόπο, σε Όμηρ., Σοφ.
2. σε παρομοιώσεις, ὥς..., ὡς..., έτσι... όπως..., Λατ. sic... ut..., σε Ομήρ. Ιλ., Πλάτ.
3. έτσι, για παράδειγμα, σε Ομήρ. Οδ.· II. 1.ὡς, αναφ., όπως, καθώς, Λατ. ut, πρώτα απαντά στον Όμηρ.· οὕτως ὡς, Λατ. sic ut· αλλά το δεικτικό συχνά παραλείπεται· οι παρομοιώσεις πολλές φορές εισάγονται με τα ὡς ὅτε, ὡς δ' ὅτε, όπου το ὅτε συχνά φαίνεται περιττό, ἤριπε δ', ὡς ὅτε πύργος (ἤριπε), σε Ομήρ. Ιλ.· το ὡς παίρνει τόνο όταν βρίσκεται στο τέλος της πρότασης ή όταν ακολουθεί τη λέξη απ' την οποία εξαρτάται· θεὸς δ' ὣς τίετο δήμῳ, σε Ομήρ. Ιλ.· οἱ δὲ φέβοντο βόες ὥς, σε Ομήρ. Οδ.
2. καθώς, ακριβώς όπως, όπου μπορεί να βρίσκεται η αναφ. αντων. ὅσος, π.χ. ἑλὼν κρέας ὣς (δηλαδή ὅσον) αἱ χεῖρες ἐχάνδανον, στο ίδ.· σοὶ θεοὶ πόροιεν ὡς ἐγὼ θέλω, σε Σοφ.
3. παρενθετικά, όταν ο ομιλητής υποστηρίζει μια γενική θέση, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ὡς ἔοικε κ.λπ., καθώς φαίνεται· συχνά μαζί με γε ή γοῦν, ὡς γοῦν, όπως σε κάθε περίπτωση· αυτές οι φράσεις έγιναν ελλειπτικές, ὡς ἐμοὶ ή ὥς γ' ἐμοὶ (δοκεῖὡς ἀπ' ὀμμάτων (ενν. εἰκάσαι), όσο μπορεί κανείς να κρίνει με τα μάτια, σε Σοφ.· επίσης, ὡςΛακεδαιμόνιος (ενν. ὤν), θεωρούμενος ως Λακεδαιμόνιος, σε Θουκ.· ὡςγυνή, σαν γυναίκα, όπως μια γυναίκα, σε Σοφ.· έτσι το ὡς συνάπτεται με το αντικείμενο του ρήματος, συμπέμψας αὐτὸν ὡς φύλακα (ενν. εἶναι), έχει στείλει αυτόν μαζί με άλλους ως φύλακα, σε Ηρόδ.· ὡς ἐπὶ φρυγανισμόν, όπως αν συγκέντρωνα καύσιμα, σε Θουκ.
III. 1. περιορίζει ή επιτείνει τη δύναμη των επιρρ.· ὡς ἀληθῶς, όπως είναι η αλήθεια, δηλαδή η πραγματική αλήθεια, «το όντως ον», σε Πλάτ.· επίσης, ύστερα από επιρρ. που εκφράζουν κάτι εξωπραγματικό, έκτακτο και θαυμαστό, θαυμαστῶς ή θαυμασίως ὡς, ὑπερφυῶς ὡς· επίσης με υπερθ. όπως το ὅ τι και το ὅπως· ὡς μάλιστα = Λατ. quam maxime, ὡς ῥᾷστα = quam facillime, ὡς τάχιστα = quam celerrime, σε Ηρόδ. κ.λπ.· στις φράσεις ὡς τὸ πολύ, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, σε Πλάτ.· ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος, στον ίδ.
2. με την ίδια σημασία επίσης με επίθ., ὅπως ὡς βέλτισται ἔσονται, στον ίδ.· ὡς ἐς ἐλάχιστον, σε Θουκ. Β.ὡς, ως σύνδεσμος·
I. με ονοματικές προτάσεις, = ὅτι, Λατ. quod, ότι, χρησιμοποιείται για να δηλώσει ένα γεγονός· μηκέτ' ἐκφοβοῦ, ὥς σε ἀτιμάσει, σε Σοφ. κ.λπ.·
II. 1. ὡς, με τελικές προτάσεις, = ἵνα, ὅπως, για να, Λατ. ut· το ὡς και το ὡς ἄν, Επικ. ὥς κεν, συντάσσεται, όπως οι άλλοι τελικοί σύνδεσμοι, με υποτ. ύστερα από αρκτικούς χρόνους και με ευκτ. ύστερα από ιστορικούς χρόνους· πρβλ. ἵνα Β, ὅπως Β.
2. με ιστορικούς χρόνους (οριστική) για να δηλώσει ένα γεγονός που ανήκει στο παρελθόν και, επομένως είναι αδύνατο να συμβεί, τί μ' οὐκ ἔκτεινας, ὡς ἔδειξα μήποτε..., έτσι που ποτέ δεν θα μπορούσα να δείξω..., σε Σοφ.
3. ὡς με απαρ., περιορίζει τον ισχυρισμό· ὡς εἰπεῖν, για να πούμε έτσι, Λατ. ut ita dicam, σε Ηρόδ.· ὡς ἔπος εἰπεῖν, κ.λπ.· ὡς εἰκάσαι, κάνοντας μια σκέψη, δηλαδή πιθανώς, στον ίδ.
III. 1. ακριβώς όπως το ὥστε με απαρ., ώστε να, Λατ. adeo ut, ita ut· εὖρος ὡς δύο τριήρεας πλέειν ὁμοῦ, τόσος κατά το πλάτος ώστε να μπορούν να πλέουν δύο τριήρεις μαζί, στον ίδ.
2. ἢ ὡς, ύστερα από συγκρ.· ἢ μάσσον' ἢ ὡς ἰδέμεν, σε Πίνδ.· μαλακώτεροι... ἢ ὡς κάλλιον, σε Πλάτ.
IV. αιτιολογικό, όπως το ὅτι ή το ἐπεί, επειδή, γιατί, αφού, Λατ. quia, quandoquidem· τί ποτε λέγεις; ὡς οὐ μανθάνω, σε Σοφ.
V. 1. χρονικό αντί των ὅτε, ἐπεί, όταν, Λατ. ut· ἐνῶρτο γέλως..., ὡς ἴδον, το γέλιο άνθισε ανάμεσά τους..., όταν είδαν, σε Ομήρ. Ιλ.· με ευκτ. για να εκφράσει επαναλαμβανόμενη ενέργεια, οποτεδήποτε, κάθε φορά που..., ὡς ἀπίκοιτο, σε Ηρόδ.
2. το ὡς φαίνεται πως χρησιμοποιείται αντί του ἕως ή του ἔστε, τόσο μακριά (στο χρόνο) όσο, στο ενδιάμεσο διάστημα, ὡς ἂν αὑτὸς ἥλιος αἴρῃ, σε Σοφ.· στα μεταγεν. ελλ. = ἕως, ενόσω, σε Καινή Διαθήκη VI.1. τροπικό αντί του ὅπως, καθώς, όπως, όπως το Λατ. ut αντί quomodo· μερμήριζε..., ὡς Ἀχιλῆα τιμήσειε, σε Ομήρ. Ιλ., με την ίδια σημασία, οὐκ ἔσθ' ὡς, με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να συμβεί αυτό, σε Σοφ.· οἶσθ' ὡς ποίησον, με μείξη συντάξεων αντί του, ὡς χρὴ ποιῆσαι, ή οἶσθ' ὥς σε κελεύω ποιῆσαι, στον ίδ.· βλ. *εἴδω Β. 5. 2. ὡς ἂν ποιήσῃς, με όποιον τρόπο κι αν ενεργήσεις, στον ίδ.
VII.τοπικό αντί του ὅπου, όπου, σε Θεόκρ. Γ. Ειδικές χρήσεις·
I. 1. με μτχ. που αναφέρονται στο υποκ., για να δώσει το λόγο ή το κίνητρο της ενέργειας που εκφράζεται από το ρήμα, ωσάν να..., όπως (δήθεν)...· διαβαίνει ὡς ἀμήσων τὸν σῖτον, σε Ηρόδ.
2. με μτχ. που αναφέρονται στο αντικ.· λέγουσιν ἡμᾶς ὡς ὀλωλότας, μιλάνε για εμάς σαν να έχουμε πεθάνει, σε Αισχύλ.
3. με μτχ. απόλυτες, ἐρώτα ὅ τι βούλει, ὡς τἀληθῆ ἐροῦντος (δηλ., πιστεύων με ἐρεῖν), σε Ξεν. κ.λπ.
II. με την ίδια σημασία επίσης όταν βρίσκεται πριν από προθ., ἀνήγοντο ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν (δηλαδή, ὡς ναυμαχήσοντες), σε Θουκ.· πλεῖς ὡς πρὸς οἶκον, σε Σοφ.· ὡς ἐκ κακῶν ἐχάρη, σε Ηρόδ.
III. οι προθ. εἰς, ἐπί, πρός, άρχισαν να παραλείπονται και το ὡς, που τις ακολουθούσε, άρχισε μόνο του να χρησιμοποιείται ως πρόθ. με αιτ., αλλά μόνο με αιτ. προσ.· τὸν ὅμοιον ἄγει θεὸς ὡς τὸν ὅμοιον, ο θεός οδηγεί τον όμοιο στον όμοιο, σε Ομήρ. Οδ.· ὡς Ἆγιν ἐπρεσβεύσαντο, σε Θουκ. Δ.ὡς, πριν από ανεξάρτητες προτάσεις·
I. 1. ὡς, εμφαντικό επιφώνημα, πώς, πόσο, όπως το Λατ. ut αντί quam· ὡς ἄνοον κραδίην ἔχες, πόσο ανόητη καρδιά είχες!, σε Ομήρ. Ιλ.· ὡς ἀγαθόν, σε Ομήρ. Οδ.· ὡς ἀστεῖοςἄνθρωπος, πόσο ευγενικής ψυχής άνθρωπος είναι αυτός!, σε Πλάτ.
2. όταν βρίσκεται δίπλα σε ρήμα η δύναμή του επεκτείνεται σε ολόκληρη την πρόταση· ὡς ὑπερδέδοικά σου, πόσο πολύ φοβάμαι για σένα!, σε Σοφ.
3. επίσης, στην αρχή πολλών προτάσεων σημαίνει τη γρήγορη διαδοχή των γεγονότων, ὡς ἴδεν, ὥς μιν Ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψεν, μόλις είδε, αμέσως ο Έρωτας γέμισε την καρδιά του, δηλαδή είδε και αμέσως ο Έρωτας..., σε Ομήρ. Ιλ., ὡς ἴδον, ὡς ἐμάνην, ὥς μευ περὶ θυμὸς ἰάφθη, σε Θεόκρ. (ομοίως και σε Βιργ., ut vidi, ut perii, ut me malus abstulit error).
II. 1. ὡς, χρησιμοποιείται για να εκφράσει ευχή, όπως το εἴθε, Λατ. utinam, μακάρι!· με ευκτ., ὡς ἀπόλοιτο καὶ ἄλλος, σε Ομήρ. Οδ.· ὡς μὴ θάνοι, μακάρι να μην πεθάνει!, στο ίδ.
2. ὡς, βρίσκεται δίπλα σε άλλες λέξεις ή εκφράσεις ευχής, ὡς ὤφελες αὐτόθ' ὀλέσθαι, σε Ομήρ. Ιλ.· ὡς δὴ μὴ ὄφελον νικᾶν, σε Ομήρ. Οδ. Ε.ὡς, με αριθμούς δηλώνει ότι αυτοί πρέπει να λογαριάζονται μόνο κατά προσέγγιση, περίπου, σχεδόν, σὺν ἀνθρώποις ὡς εἴκοσι, σε Ξεν.· παῖς ὡς ἑπταετής, περίπου επτά χρόνων παιδί, σε Πλάτ.ΣΤ. ὡς, σε μερικές ελλειπτικές φράσεις·
1. ὡς τί (ενν. γένηται); για ποιο σκοπό;, σε Ευρ.
2. ὡς ἕκαστος, ο καθένας χωριστά, Λατ. pro se quisque, σε Ηρόδ., Θουκ.Ζ. Ετυμολογικά· το ὡς είναι επιρρ. τύπος της αναφ. αντων. ὅς, όπως το τώς του , το οὕτως του οὗτος.

Russian (Dvoretsky)

ὡς: II adv.
1) насколько, поскольку, в какой мере (степени) (ὥς οἱ χεῖρες ἐχάνδανον Hom.): μή μου προκήδου μᾶσσον, ὡς ἐμοὶ γλυκύ Aesch. не заботься обо мне больше, чем мне (было бы) приятно; μαλακώτερος ἢ ὡς κάλλιον Plut. изнеженнее, чем подобает; ὡς ἕκαστος αὐτῶν Her. кто по каким соображениям, т. е. каждый по тем или иным причинам; ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων Thuc. применительно к обстоятельствам; ὡς (ἐπὶ) τὸ πολύ Plat. по большей части, чаще всего; ὡς ἐπὶ πλεῖστον Thuc. как можно больше, всячески; ὡς τὸ ἐπίπαν Her. вообще, обычно; ὡς ἀληθῶς Plut., ὡς ἐτύμως Aesch. и ὡς ἐτητύμως Soph. поистине, в действительности; πότερον ὡς ἀληθεστέρως δοκεῖ σοι λέγεσθαι; Plat. которое высказывание кажется тебе истиннее?; ἦν δὲ οὐδὲ ἀδύνατος ὡς Λακεδαιμόνιος εἰπεῖν Thuc. для лакедемонянина он не был лишен красноречия; μακρὰ ὡς γέροντι ὁδός Soph. долгое для старика путешествие;
2) (для усиления superl.): ὡς ἂν δυνώμεθα κράτιστα Xen. изо всех наших сил; προεῖπον ὡς ἐδύναντο ἀδηλότατα Thuc. они объявили самым доверительным образом; ὡς ὅτι βέλτιστος Plat. самый что ни на есть лучший; ὡς ἐν ἐχυρωτάτῳ ποιεῖσιθαί τι Xen. обеспечить что-л. самым надежным образом;
3) как, в качестве (σύνδειπνον λαβεῖν τινα ὡς φίλον Xen.);
4) как, каким образом: οἶσθ᾽ ὡς ποίησον; Soph. поступи, знаешь как?; ὡς ἂν ποιήσῃς Soph. как бы ты ни поступил;
5) как бы, якобы, будто (с ind. и opt.) (ἀπέπλεον ἐκ τῆς Σικελίας ὡς ἐς τὰς Ἀθήνας Thuc.): ὡς δέοι τὸν στρατιώτην φοβεῖσθαι μᾶλλον τὸν ἄρχοντα ἢ τοὺς πολεμίους Xen. (утверждали, что Кир сказал), будто солдат должен бояться (своего) начальника больше, чем неприятелей;
6) приблизительно, около (ἱππέας ἔχων ὡς πεντακοσίους Xen.): ὡς τὸ τρίτον μέρος Thuc. приблизительно треть; παῖς ὡς ἑπταετής Plat. мальчик лет семи; διὰ σταδίων ὡς πέντε μάλιστα Her. стадиев приблизительно через пять;
7) (усилительное в возгласах удивления, нетерпения, пожелания): ὡς ἄνοον κραδίην ἔχες! Hom. как ты безрассуден!; ὡς ἀστεῖοςἄνθρωπος! Plat. какой обходительный человек!; ἀλλ᾽ ὡς πάρεστιν ἄγγελος οὐδείς! Arph. но ведь нет же ни одного вестника!; ὡς ἔρις ἀπόλοιτο! Hom. да погибнет вражда!; ὡς ὤφελε ζῆν! Xen. ах, если бы он жил!; θαυμαστῶς ὡς! Plat. прямо поразительно!; ἀλλ᾽ ὑπερφυῶς ὡς ὁμολογῶ Plat. да я совершенно согласен; ὑπερφυῶς δὴ τὸ χρῆμα ὡς δύσγνωστον φαίνεται! Plat. ну и до чего же, оказывается, это трудно!; ὡς ταραττέτω πάντα! Arph. ах, да пусть он перевернет все вверх дном!

Russian (Dvoretsky)

ὡς:
I conj.
1) (с ind. или conjct.) как, словно: ὡς (δὲ) … ὡς Hom., ὡς … τώς Aesch., ὡς … οὕτω Hom., Soph., ὦδε (οὕτως) … ὡς Soph., Xen., αὕτως … ὡς Soph. как … так; ὡς δὲ λέων μήλοισιν ἐνορούσῃ Hom. как лев нападает на овец; ἀνέμου ὡς πνοιή Hom. словно порыв ветра; ὡς οὐκ ἀΐοντι ἐοικώς Hom. словно ничего не слыша; βόες ὣς ἀγελαῖαι Hom. словно стадо коров;
2) (во вводных словах и предложениях) как: ὡς ὁ μάντις φησίν Aesch. как говорит прорицатель; ὡς ἐγὼ θέλω Soph. как я (того) желаю; ὡς πάντες ἐπισθάμεθα Xen. как все мы знаем; ὡς ἐμοί (sc. δοκεῖ) Soph., Plat. как мне кажется; ὡς ᾤετο Xen. как он думал; ὡς φάτις ἀνδρῶν Soph. как говорят люди; ὡς τοῦ δαιμονίου προσημαίνοντος Xen. в соответствии со знамениями божества; ὡς σφίσι δοκέειν Her. по их мнению; ὡς ἐμοὶ καταφαίνεται εἶναι Her. как мне представляется; ὡς ἔοικεν, οὐ νεμεῖν ἐμοὶ μοῖραν Soph. он, кажется, не признает принадлежащего мне права (нередкий оборот, образовавшийся от слияния двух: οὐ νεμεῖ, ὡς ἔοικεν и ἔοικεν οὐ νεμεῖν); ὡς ἀπ᾽ ὀμμάτων Soph. судя по виду, на вид;
3) (с ind., conjct. или opt.) что: ὡς μηδὲν εἰδότ᾽ ἴσθι μ᾽ ὧν ἀνιστορεῖς Soph. знай, что мне ничего не известно из того, о чем ты расспрашиваешь; μὴ δείσητε ὡς οὐχ ἡδέως καθευδήσετε Xen. не бойтесь, что вам неудобно будет спать; ταύτην ποτ᾽ οὐκ ἔσθ᾽ ὡς γαμεῖς Soph. ты не сможешь на ней жениться;
4) (с ind., conjct. или opt.) чтобы, с целью (ἐλάμβανε τὸ τόξον ὡς κατατοξεύσων αὐτόν Her.): παρεσκευάζοντο ὡς πολεμήσοντες Thuc. (афиняне) готовились к войне; φρύγανα συλλέγειν ὡς ἐπὶ πῦρ Xen. собирать хворост для костра; ὡς ἡμῖν λέξειαν (v. l. λέξαι) τὰ γενόμενα Xen., чтобы рассказать нам о происшедшем; ὡς πᾶσιν ἀνθρώποις φόβον παράσχοι τοῦ στρατεῦσαί ποτε ἐπ᾽ αὐτόν Xen. чтобы у всех навсегда отбить охоту воевать против него; ἡνίχ᾽ ἱκόμην ὡς μάθοιμι Soph. когда я пришел узнать; ὡς τί δὴ τόδε; Eur. к чему это?; ὡς ἔπος εἰπεῖν, реже ὡς εἰπεῖν ἔπος Plat. или ὡς εἰπεῖν Her. так сказать; ὡς συντόμως или συνελόντι εἰπεῖν Xen. коротко говоря;
5) так как: ὡς οὕτως ἐχόντων Her. при таком положении вещей; τί ποτε λέγεις; ὡς οὐ μανθάνω Soph. что это ты говоришь? ибо я не понимаю;
6) как только, когда: ὡς δ᾽ ἴδεν, ὣς … Hom. лишь только он увидел (ее), так …; ὁ δ᾽ εὐθὺς ὡς ἤκουσεν Aesch. как только он это услышал;
7) (с conjct. или opt.) всякий раз как: ὡς δὲ εἰς τὴν Μιλησίην ἀπίκοιτο Her. всякий раз как он приходил в Милесию;
8) до тех пор, пока (ὡς ἂν ᾖς οἷος περ εἶ Soph.): ὡς ἂν ἥλιος ταύτῃ μὲν αἴρῃ Soph. до тех пор, пока солнце будет здесь восходить;
9) вследствие чего, так что (ἐνετύγχανον τάφροις, ὡς μὴ δύνασθαι διαβαίνειν ἄνευ γεφυρῶν Xen.).

Russian (Dvoretsky)

ὡς: III praep. cum acc. к (τινα Soph., Her., Arph., Thuc.): αἰεὶ τὸν ὁμοῖον ἄγει θεὸς ὡς τὸν ὁμοῖον погов. Hom. бог всегда толкает подобного к подобному.

Middle Liddell


Perseus. thus, as, so that, since
A. ADVERB of Manner, either ὥς (with accent) Demonstr. so, thus, Lat. sic;— or ὡς (without accent) Relat. as, Lat. ut. B. ὡς, as CONJUNCTION. C, D. various usages.
A. of Manner:
I. ὥς, Demonstr. = οὕτως, so, thus, Lat. sic, Hom., Hdt.; rare in attic:— καὶ ὥς, even so, nevertheless, οὐδ' ὥς, μηδ' ὥς, not even so, in no wise, Hom., Soph.
2. in Comparisons, ὥς . . , ὡς . . , so . . as . . , Lat. sic . . ut . . , Il., Plat.
3. thus, for instance, Od.
II. ὡς, Relat., as, Lat. ut, first in Hom.; οὕτως ὡς, Lat. sic ut; but the antec. is often omitted: similes are commonly introduced by ὡς ὅτε, ὡς δ' ὅτε, where ὅτε often seems superfluous, ἤριπε δ', ὡς ὅτε πύργος ἤριπε Il.:—this ὡς takes the accent at the end of a clause or when it follows the word dependent on it; θεὸς δ' ὣς τίετο δήμῳ Il.; οἱ δὲ φέβοντο, βόες ὥς Od.
2. according as, where the relat. Pron. ὅσος might stand, as ἑλὼν κρέας ὥς (i. e. ὅσον) οἱ χεῖρες ἐχάνδανον Od.; σοὶ θεοὶ πόροιεν ὡς ἐγὼ θέλω Soph.
3. parenthetically, to qualify a general statement, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ὡς ἔοικε, etc., as it seems; often with γε or γοῦν added, ὡς γοῦν as at any rate:—these phrases become elliptical, ὡς ἐμοί or ὥς γ' ἐμοί (sc. δοκεῖ); ὡς ἀπ' ὀμμάτων (sc. εἰκάσαἰ to judge by eyesight, Soph.;—also, ὡς Λακεδαιμόνιος (sc. ὤν) considering he was a Lacedaemonian, Thuc.; ὡς γυνή as a woman, like a very woman, Soph.: —so ὡς is attached to the Object of the Verb, συμπέμψας αὐτὸν ὡς φύλακα (sc. εἶναἰ having sent him with them as a guard, Hdt.; ὡς ἐπὶ φρυγανισμόν as if for collecting fuel, Thuc.
III. to limit or augment the force of Adverbs: ὡς ἀληθῶς as of a truth, i. e. in very truth, Plat.; also after Adverbs expressing anything extraordinary, θαυμαστῶς or θαυμασίως ὡς, ὑπερφυῶς ὡς, v. sub vocc.:—also with the Sup., like ὅ τι and ὅπως, ὡς μάλιστα, = Lat. quam maxime, ὡς ῥᾷστα, = quam facillime; ὡς τάχιστα, = quam celerrime, Hdt., etc.:—in the phrases ὡς τὸ πολύ, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ Plat.; ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος Plat.
2. so also with Adjs., ὅπως ὡς βέλτισται ἔσονται Plat.; ὡς ἐς ἐλάχιστον Thuc.
B. ὡς, as CONJUNCTION:
I. with Substantive Clauses, for ὅτι, Lat. quod, that, expressing a fact, μηκέτ' ἐκφοβοῦ, ὥς σε ἀτιμάσει Soph., etc.
II. ὡς with Final Clauses, that, in order that, Lat. ut; ὡς, and ὡς ἄν, epic ὥς κεν, being used, like other Final Conjunctions, with the subj. after the principal tenses of the ind., and with the opt. after the past tenses: cf. ἵνα B, ὅπως B.
2. with past tenses of the ind. to express an event that is past, and therefore impossible, τί μ' οὐκ ἔκτεινας, ὡς ἔδειξα μήποτε . . ; so that I never should . . , Soph.
3. ὡς c. inf., to limit an assertion, ὡς εἰπεῖν so to say, Lat. ut ita dicam, Hdt.; ὡς ἔπος εἰπεῖν, etc.; ὡς εἰκάσαι to make a guess, i. e. probably, Hdt.
III. just like ὥστε c. inf., so that, Lat. adeo ut, ita ut, εὖρος ὡς δύο τριήρεας πλέειν ὁμοῦ in breadth such that two triremes could sail abreast, Hdt.
2. ἢ ὡς after a comp., μάσσον' ἢ ὡς ἰδέμεν Pind.; μαλακώτεροι, ἢ ὡς κάλλιον Plat.
IV. Causal, like ὅτι or ἐπεί, as, inasmuch, as, since, Lat. quia, quandoquidem, τί ποτε λέγεις; ὡς οὐ μανθάνω Soph.
V. Temporal, for ὅτε, ἐπεί, when, Lat. ut, ἐνῶρτο γέλως, ὡς ἴδον laughter arose among them, when they saw, Il.; with opt., to express a repeated action, whenever, ὡς ἀπίκοιτο Hdt.
2. ὡς seems to be used for ἕως or ἔστε, so long as, while, ὡς ἂν αὑτὸς ἥλιος αἴρῃ Soph.:—in later Gr. = ἕως, while, NTest.
VI. = ὅπως, how, like Lat. ut for quomodo, μερμήριζε, ὡς Ἀχιλῆα τιμήσειε Il.;—so, οὐκ ἔσθ' ὡς nowise can it be that, Soph.; οἶσθ' ὡς ποίησον, by a mixture of constructions for ὡς χρὴ ποιῆσαι, Soph.; v. *εἴδω B. 5.
2. ὡς ἂν ποιήσῃς however thou may'st act, Soph.
VII. Local, for ὅπου, where, Theocr.
C. some special usages:
I. with Participles, to give the reason or motive of the action expressed by the Verb, if, as, διαβαίνει, ὡς ἀμήσων τὸν σῖτον Hdt.
2. with Participles in the case of the Object, λέγουσιν ἡμᾶς ὡς ὀλωλότας they speak of us as dead, Aesch.
3. with Participles put absolutely, ἐρώτα ὅ τι βούλει, ὡς τἀληθῆ ἐροῦντος (i. e. πιστεύων με ἐρεῖν) Xen., etc.
II. so also before Prepositions, ἀνήγοντο ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν (i. e. ὡς ναυμαχήσοντεσ) Thuc.; πλεῖς ὡς πρὸς οἶκον Soph.; ὡς ἐκ κακῶν ἐχάρη Hdt.
III. the Preps. εἰς, ἐπί, came to be omitted, and ὡς itself appears to be used as a prep. c. acc., but only c. acc. pers., τὸν ὅμοιον ἄγει θεὸς ὡς τὸν ὅμοιον god brings like to like, Od.; ὡς Ἆγιν ἐπρεσβεύσαντο Thuc.
D. ὡς, before independent sentences:
I. ὡς as an emphatic exclamation, how, as Lat. ut for quam, ὡς ἄνοον κραδίην ἔχες how silly a heart hadst thou! Il.; ὡς ἀγαθόν Od.; ὡς ἀστεῖοςἄνθρωπος how charming he is! Plat.
2. when it is joined to a Verb, its force extends to the whole sentence, ὥς ὑπερδέδοικά σου how greatly do I fear for thee, Soph.
3. it also denotes a quick succession of events, ὡς ἴδεν, ὥς μιν Ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψεν how he saw, how did Love encompass his heart, i. e. he saw and straightway Love . . , Il.; ὡς ἴδον, ὡς ἐμάνην, ὥς μευ περὶ θυμὸς ἰάφθη Theocr.; (so Virgil ut vidi, ut perii, ut me malus abstulit error).
II. ὡς to express a wish, like εἴθε, Lat. utinam, oh that! with the opt. ὡς ἀπόλοιτο καὶ ἄλλος Od.; ὡς μὴ θάνοι oh that he might not die! Od.
2. ὡς joined with other words of wishing, ὡς ὤφελες αὐτόθ' ὀλέσθαι Il.; ὡς δὴ μὴ ὄφελον νικᾶν Od.
E. ὡς with Numerals marks that they are to be taken only as a round number, as it were, about, nearly, σὺν ἀνθρώποις ὡς εἴκοσι Xen.; παῖς ὡς ἑπταετής some seven years old, Plat.
F. ὡς in some Elliptical Phrases:
1. ὡς τί (sc. γένηταἰ; to what end? Eur.
2. ὡς ἕκαστος each separately, Lat. pro se quisque, Hdt., Thuc.
G. Etymology: ὡς is an adv. form of the relat. ὅς, as τώς of ὁ, οὕτως of οὗτος.