Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὥριμος

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae
Full diacritics: ὥρῐμος Medium diacritics: ὥριμος Low diacritics: ώριμος Capitals: ΩΡΙΜΟΣ
Transliteration A: hṓrimos Transliteration B: hōrimos Transliteration C: orimos Beta Code: w(/rimos

English (LSJ)

ον (also α, ον Leg.Gort., v. infr.),

   A = ὡραῖος, ripe, καρπός Arist.Fr.571; ὡρίμη κριθή Sch.Ar.Eq.1233, Eust.1446.29; βότρυες, opp. ὄμφακες, AP9.316 (Leon.); ὀπώρα D.S.17.67: timely, in season, of fish, Nicom.Com.1.21: c. inf., τοῦ ὑπάρχοντός μοι κλήρου . . ὡρίμου σπαρῆναι PTeb.54.7 (i B. C.); καιρὸς ὡριμώτατος εἴς τι Gp.9.9.7.    2 marriageable, fem. ὡρίμα Leg.Gort.8.39.    3 τὸ ὥριμον bloom, σευ τὸ ὥ. τέφρη κάψει Herod.1.38.

German (Pape)

[Seite 1414] ον, poet, statt. ὡραῖος, reif, zeitig; βότρυες Leon. Tar. 29 (IX, 316); Ggstz ἄωρος, von Fischen, Nicom. com. bei Ath. 291 b (v. 21); – auch in späterer Prosa, Lob. Phryn. p. 52.

Greek (Liddell-Scott)

ὥρῐμος: -ον, ποιητ. ἀντὶ ὡραῖος, ὥριμος, καρπὸς Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 530· βότρυς Ἀνθ. Παλατ. 9. 316· ὀπώρα Διόδ. 17. 67· ὁ κατὰ τὸν προσήκοντα καιρὸν λαμβανόμενος, «τῆς ἐποχῆς», ἐπὶ ἰχθύος, Νικόμαχος ἐν «Εἰλειθυίᾳ» 2. 21· καιρὸς ὡριμώτατος εἴς τι Γεωπον. 9. 9, 7.

French (Bailly abrégé)

c. ὡραῖος.
Étymologie: ὥρα.

Greek Monotonic

ὥρῐμος: -ον, ποιητ. αντί ὡραῖος· ώριμος, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ὥρῐμος: ὥρα 12] созревший, зрелый, спелый (καρπός Arst.; ὀπώρα Diod.; βότρυες Anth.).

Middle Liddell

ὥρῐμος, ον, [poetic for ὡραῖος
ripe, Anth.