Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ᾠόγαλα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ᾠόγᾰλα Medium diacritics: ᾠόγαλα Low diacritics: ωόγαλα Capitals: ΩΟΓΑΛΑ
Transliteration A: ōiógala Transliteration B: ōogala Transliteration C: oogala Beta Code: w)|o/gala

English (LSJ)

ακτος, τό,

   A eggs mixed with milk, Paul. Aeg.3.42,6.8, Aët.9.42, etc.

Greek (Liddell-Scott)

ᾠόγᾰλα: ακτος, τό, γάλα μεμιγμένον μετὰ ᾠῶν ἢ μετὰ τοῦ λευκοῦ τῶν ᾠῶν, Παῦλ. Αἰγ. 6. 8, Γαλην., κλπ.

Greek Monolingual

-άλακτος, το / ᾠόγαλα, ΝΑ
είδος εδέσματος από αβγά και, κυρίως, ασπράδι, με γάλα, του πουλιού το γάλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ᾠόν «αβγό» + γάλα.