Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥαβάσσω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ῥᾰβάσσω Medium diacritics: ῥαβάσσω Low diacritics: ραβάσσω Capitals: ΡΑΒΑΣΣΩ
Transliteration A: rhabássō Transliteration B: rhabassō Transliteration C: ravasso Beta Code: r(aba/ssw

English (LSJ)

Att. ῥαβάττω,= ῥάσσω, ἀράσσω, A make a noise, esp. by dancing or beating time with the feet, Hsch., Phot.; cf. ἀρραβάσσω.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 829] att. -ττω, auch ἀραβάσσω u. ἀῤῥαβάσσω, = ῥάσσω, ἀράσσω, lärmen, VLL., bes. durch Klopfen, Schlagen, Tanzen, Takttreten u. dgl., niederdeutsch »rabastern«.

Greek (Liddell-Scott)

ῥᾰβάσσω: Ἀττ. -ττω, = ῥάσσω, ἀράσσω, κάμνω κρότον, μάλιστα ὀρχούμενος ἢ διὰ τοῦ ποδὸς κρούων τὸν ῥυθμόν. - Καθ’ Ἡσύχ.: «ῥαβάττειν· ἄνω καὶ κάτω βαδίζειν. τινὲς δὲ τύπτειν, ψόφον ποιεῖν τοῖς ποσί, καὶ ῥάσσειν», καὶ κατὰ Φώτιον «ῥαβάττειν: σοβεῖν καὶ τρέχειν καὶ συντόνως ποδοκτυπεῖν», προσέτι παρὰ τῷ αὐτῷ «ῥαβάττειν· ἄνω κάτω ἀντιβαδίζειν»: πρβλ. τὸ Χυδ. Γερμαν. rabastern: ὡσαύτως ἀρραβάσσω (ἢ ἀρ(ρ)αβάσσω), Ἡσύχ.· - ὅθεν ἀρράβαξ: ὁ, ὀρχηστής, καὶ μεταφορ., ὁ βλάσφημος, Ἡσύχ. ἐν λέξ. ἀρράβακα.

Greek Monolingual

και αττ. τ. ραβάττω Α
(κατά τον Ησύχ. και τον Φώτ.) προκαλώ κρότο, ιδίως χορεύοντας ή κρατώντας τον ρυθμό με το πόδι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. άγνωστης ετυμολ. που συνδέεται πιθ. με τον τ. τον οποίο παραδίδει ο Ησύχ. «ἀρράβακα
ὀρχηστήν
ἀπό τοῦ ἀρραβάσσειν ὅἔστι ὀρχεῖσθαι»].