Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥαβδοδίαιτος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ῥαβδοδίαιτος Medium diacritics: ῥαβδοδίαιτος Low diacritics: ραβδοδίαιτος Capitals: ΡΑΒΔΟΔΙΑΙΤΟΣ
Transliteration A: rhabdodíaitos Transliteration B: rhabdodiaitos Transliteration C: ravdodiaitos Beta Code: r(abdodi/aitos

English (LSJ)

[ῐ], ον,

   A living by the painter's stile (ῥαβδίον 1.3), epith. of Parrhasius, a parody on ἁβροδίαιτος, Ath.12.543d, 15.687c.

German (Pape)

[Seite 829] vom Malerstift, ῥαβδίον, lebend, mit Anspielung auf ἁβροδίαιτος, Ath. XV, 687 c, vom Maler Parrhasios, der von seiner Kunst lebte und geschmackvollen Lebensgenuß liebte.

Greek (Liddell-Scott)

ῥαβδοδίαιτος: -ον, ὁ ζῶν διὰ τοῦ ζῳγραφικοῦ ῥαβδίου, ὧ χρῆται ἐν τῷ ζῳγραφεῖν, κατὰ παρῳδίαν τοῦ ἁβροδίαιτος, ἐπὶ τοῦ ζωγράφου Παρασσίου, Ἀθήν. 543D, 687C.

Greek Monolingual

-ον, Α
(για τον ζωγράφο Παρράσιο και ως παρωδία του αβροδίαιτος) αυτός ο οποίος ζει με τα έσοδα που του παρέχει το ζωγραφικό ραβδί, δηλαδή η σιδερένια καρφίτσα ή το αιχμηρό σιδερένιο εργαλείο τα οποία χρησιμοποιούσαν στην εγκαυστική ζωγραφική.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥάβδος + -διαιτος (< δίαιτα), πρβλ. λιτο-δίαιτος].