Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥαβδοειδής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ῥαβδοειδής Medium diacritics: ῥαβδοειδής Low diacritics: ραβδοειδής Capitals: ΡΑΒΔΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: rhabdoeidḗs Transliteration B: rhabdoeidēs Transliteration C: ravdoeidis Beta Code: r(abdoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A striped, πόα Dsc.3.97; ἄνθος Gp.12.37; γόμφοι v.l. for λαβδ- in Hippiatr.96.

German (Pape)

[Seite 829] ές, ruthenartig, streifig von Ansehn; θυρεός, D. Hal. 2, 70, v. l.; Geopon.

Greek (Liddell-Scott)

ῥαβδοειδής: -ές, ὁ ὅμοιος πρὸς ῥάβδον, ἄνθος Γεωπ. 12. 37· γόμφοι Ἱππιατρ.· - ὡσαύτως ῥαβδώδης, ες, Βυζ.

Greek Monolingual

-ές, ΝΜΑ
αυτός που έχει σχήμα ράβδου, ο όμοιος με ράβδο («ῥαβδοειδὴς πόα», Διοσκ.)
νεοελλ.
αυτός που έχει γραμμές, γραμμωτός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥάβδος + -ειδής].