Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥαβδονόμος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ῥαβδονόμος Medium diacritics: ῥαβδονόμος Low diacritics: ραβδονόμος Capitals: ΡΑΒΔΟΝΟΜΟΣ
Transliteration A: rhabdonómos Transliteration B: rhabdonomos Transliteration C: ravdonomos Beta Code: r(abdono/mos

English (LSJ)

ον, (νέμω) A wielding a rod or wand: hence of the Roman lictors, Plu.Aem.32; umpire, Hsch.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 829] eigtl. den Stab haltend u. bewegend; dah. als subst. – 1) jede Obrigkeit, die als Abzeichen ihrer Würde einen Stab trug, bes. der Richter, Kampfrichter. – 2) der römische Lictor, Plut. Aem. Paul. 32.

Greek (Liddell-Scott)

ῥαβδονόμος: -ον, (νέμω) ῥαβδοφόρος· ὅθεν ὡς τὸ ῥαβδοῦχος, ἐπὶ τῶν Ρωμαίων ῥαβδούχων, Πλουτ. Αἰμίλ. 32· ἀγωνοδίκης, «βραβευτής», Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
litt. « qui règle (les choses) au moyen d’une baguette », à Rome licteur.
Étymologie: ῥάβδος, νέμω.

Greek Monolingual

-ον, Α
1. αυτός που κρατά και κινεί ράβδο, ραβδοφόρος
2. (για τους Ρωμαίους) αυτός που κρατά δέσμη ράβδων με πέλεκυ στη μέση, ο ραβδούχος
3. (για άρχοντα) αυτός που φέρει ράβδο ως ένδειξη της εξουσίας που έχει, όπως λ.χ. ήταν ο δικαστής ή ο κριτής ενός αγώνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥάβδος + -νόμος].

Greek Monotonic

ῥαβδονόμος: -ον (νέμω), αυτός που κρατά ραβδί, ραβδοφόρος, αγωνοδίκης, καστής· απ' όπου, ό,τι και το ῥαβδοῦχος, λέγεται για τους Ρωμαίους ραβδούχους, από το Λατ. lictors, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ῥαβδονόμος: ὁ жезлоносец, (в Риме - лат. lictor) ликтор Plut.

Middle Liddell

ῥαβδο-νόμος, ον, νέμω
holding a rod or wand; hence, like ῥαβδοῦχος, of the Rom. lictors, Plut.