Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥηξήνωρ

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: ῥηξήνωρ Medium diacritics: ῥηξήνωρ Low diacritics: ρηξήνωρ Capitals: ΡΗΞΗΝΩΡ
Transliteration A: rhēxḗnōr Transliteration B: rhēxēnōr Transliteration C: riksinor Beta Code: r(hch/nwr

English (LSJ)

ορος, ὁ,

   A breaking armed ranks, in Hom. always epith. of Achilles, Il.7.228, Od.4.5, etc., cf. Hes.Th.1007; of Apollo, AP9.525.18.

German (Pape)

[Seite 840] ορος, ὁ, Männer, Männerschaaren durchbrechend, Apoll. L. H. πολεμιστής, ἀπὸ τοῦ διαῤῥήσσειν τὰς φάλαγγας, τὰς τάξεις τῶν ἀνδρῶν; bei Hom. u. Hes. stets Beiwort des Achilleus; auch Apollo heißt so in einem Hymn. (IX, 525, 18).

Greek (Liddell-Scott)

ῥηξήνωρ: -ορος, ὁ, ὁ διαρρηγνύων τάξεις ἐνόπλων ἀνδρῶν, παρ’ Ὁμήρῳ ἀείποτε ἐπίθετον τοῦ Ἀχιλλέως, Ὀδ. Δ. 5., Ἰλ. Ζ. 228, κτλ.· οὕτως, Ἡσ. Θεογ. 1007· ἐπὶ τοῦ Ἀπόλλωνος, Ἀνθ. Π. 9. 525, 18.

French (Bailly abrégé)

ορος;
adj. m.
qui rompt les rangs ennemis.
Étymologie: ῥήγνυμι, ἀνήρ.

English (Autenrieth)

ορος (ϝρήγνῦμι, ἀνήρ): bursting ranks of men, epith. of Achilles.

Greek Monolingual

-ορος, ό, Α
1. αυτός που έχει την ικανότητα να διασπά τις τάξεις τών εχθρικών στρατευμάτων
2. (κατ' επέκτ.) ορμητικός
3. (στον Όμ. ως προσωνυμία του Αχιλλέως) γενναίος, ανδρείος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥηξι- (βλ. λ. ῥήγνυμι) + -ήνωρ (< ἀνήρ) με έκταση λόγω συνθέσεως (πρβλ. αλεξ-ήνωρ)].

Greek Monotonic

ῥηξήνωρ: -ορος, ὁ (ῥήγνυμι, ἀνήρ), αυτός που διασπά τάξεις ενόπλων ανδρών, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ῥηξήνωρ: ορος ὁ прорывающий ряды мужей, т. е. сокрушитель врагов
1) эпитет Ахилла Hom., Hes.;
2) эпитет Аполлона Anth.

Middle Liddell

ῥηξ-ήνωρ, ορος, ὁ, ῥήγνυμι, ἀνήρ
breaking through armed ranks, Hom.