Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥηξίνοος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ῥηξίνοος Medium diacritics: ῥηξίνοος Low diacritics: ρηξίνοος Capitals: ΡΗΞΙΝΟΟΣ
Transliteration A: rhēxínoos Transliteration B: rhēxinoos Transliteration C: riksinoos Beta Code: r(hci/noos

English (LSJ)

ον,

   A breaking the wits, of Dionysus, ib.524.18.

German (Pape)

[Seite 840] die Seele brechend, durchbrechend, herzbrechend, schwächend, Hymn. in Dionys. (IX, 524, 18).

Greek (Liddell-Scott)

ῥηξίνοος: -ον, ὁ διαρρηγνὺς τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου, φέρων παραφροσύνην, ἐπὶ τοῦ Διονύσου, Ἀνθ. Π. 9. 524. 18.

Greek Monotonic

ῥηξίνοος: -ον, αυτός που συντρίβει το πνεύμα, την ψυχή του ανθρώπου, αυτός που φέρνει παραφροσύνη, επίθ. του Βάκχου, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ῥηξίνοος: стяж. ῥηξίνους 2 (ῐ) надламывающий разум (Διόνυσος Anth.).