Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥητορεία

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ῥητορεία Medium diacritics: ῥητορεία Low diacritics: ρητορεία Capitals: ΡΗΤΟΡΕΙΑ
Transliteration A: rhētoreía Transliteration B: rhētoreia Transliteration C: ritoreia Beta Code: r(htorei/a

English (LSJ)

ἡ,

   A oratory, Pl.Plt.304a, Phld.Rh.2.231 S., Plu.2.975c.    II piece of oratory, set speech, Isoc.5.26, 12.2, Arist.Rh. 1356b20 (pl.).

German (Pape)

[Seite 841] ἡ, Rede eines Volksredners, Schmuckrede eines Lehrers der Beredtsamkeit; Plat. Polit. 303 e; Isocr. 5, 26; Sp., wie Luc. pro merc. cond. 12 u. Plut.; auch die Beredtsamkeit selbst, die Rede, bes. im plur., Isocr. 5, 26, Arist. rhet. 1, 2, D. L. 3, 93. 4, 36.

Greek (Liddell-Scott)

ῥητορεία: ἡ, ἐμπειρίαδεξιότης περὶ τὸ δημοσίᾳ ἀγορεύειν, εὐγλωττία, ῥητορική, Πλάτ. Πολιτικ. 304Α, Πλούτ. 2. 975C. ΙΙ. ῥητορικὸς λόγος, παρεσκευασμένος ῥητορικῶς, Ἰσοκρ. 87D, 233Β, Ἀριστ. Ρητορ. 1. 2, 10, ἐν τῷ πληθ. Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 138.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 discours d’orateur ou de rhéteur, discours fait avec art;
2 éloquence, art oratoire.
Étymologie: ῥητορεύω.

Greek Monolingual

η / ῥητορεία, ΝΑ ῥητορεύω
η ικανότητα του να ρητορεύει κανείς, η ρητορική τέχνη
νεοελλ.
1. το τρίτο είδος του πεζού λόγου, μετά τον φιλοσοφικό και τον ιστορικό, που ανέπτυξαν οι αρχαίοι Έλληνες και ο οποίος περιλαμβάνει συμβουλευτικούς, δικανικούς και επιδεικτικούς ή πανηγυρικούς λόγους
2. το χάρισμα του λέγειν, η ευγλωττία
3. ειρων. φλυαρία, πολυλογία
αρχ.
έντεχνα παρασκευασμένος λόγος («ἰδεῶν τῶν ἐν ταῑς ῥητορείαις διαλαμπουσῶν», Ισοκρ.).

Greek Monotonic

ῥητορεία: ἡ,
I. ικανότητα δημόσιας αγόρευσης, ευγλωττία, ρητορική δεινότητα, ρητορική τέχνη, σε Πλάτ.
II. ρητορικός λόγος, προετοιμασμένη ρητορικά αγόρευση, σε Ισοκρ.

Russian (Dvoretsky)

ῥητορεία:
1) ораторское искусство Plat., Plut.;
2) ораторское произведение, искусно построенная речь Isocr., Arst.

Middle Liddell

ῥητορεία, ἡ,
I. skill in public speaking, eloquence, oratory, rhetoric, Plat.
II. a piece of oratory, set speech, Isocr. [from ῥητορεύω