Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥιγεσίβιος

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: ῥῑγεσίβῐος Medium diacritics: ῥιγεσίβιος Low diacritics: ριγεσίβιος Capitals: ΡΙΓΕΣΙΒΙΟΣ
Transliteration A: rhigesíbios Transliteration B: rhigesibios Transliteration C: rigesivios Beta Code: r(igesi/bios

English (LSJ)

[σῐ], ον,

   A living in the cold, Poll.4.186, Phryn.PS p.106 B.

German (Pape)

[Seite 841] nach Phryn. bei B. A. 61 ἐπὶ τῶν πτωχῶν καὶ γυμνῶν, προσποιουμένων δὲ ἀσκεῖν τὸ σῶμα, der eine harte Lebensart führt. S. ῥιγωσίβιος.

Greek (Liddell-Scott)

ῥῑγεσίβιος: -ον, ὁ ἀεὶ ῥιγῶν, «τοὺς δ’ ἀεὶ ῥιγῶντας οἱ παλαιοὶ ῥιγεσιβίους ἔλεγον, οὓς οἱ νῦν δυσρίγους» Πολυδ. Δ΄, 186˙ «ῥιγεσίβιοι: ἐπὶ τῶν πτωχῶν καὶ γυμνῶν, προσποιουμένων δὲ ἀσκεῖν τὸ σῶμα» Α. Β. 61, 29.

Greek Monolingual

ον, Α
ευαίσθητος («τοὺς ἀεὶ ῥιγῶντας οἱ παλαιοὶ ῥιγεσιβίους ἔλεγον οὓς οἱ νῡν δυσρίγους», Πολυδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < δοτ. πληθ. ῥίγεσι του ῥῖγος + βίος (πρβλ. ὀρεσί-βιος)].