Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥιγομάχης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ῥῑγομάχης Medium diacritics: ῥιγομάχης Low diacritics: ριγομάχης Capitals: ΡΙΓΟΜΑΧΗΣ
Transliteration A: rhigomáchēs Transliteration B: rhigomachēs Transliteration C: rigomachis Beta Code: r(igoma/xhs

English (LSJ)

or ῥῑγο-χος [ᾰ], ου, ὁ,

   A fighting with cold, AP11.155 (Lucill.).

German (Pape)

[Seite 842] ὁ, od. ῥιγομάχος, der mit dem Frost, der Kälte Streitende, Lucill. 6 (XI, 155).

Greek (Liddell-Scott)

ῥῑγομάχης: ἢ -χος, ου, ὁ, ὁ πρὸς τὸ ψῦχος μαχόμενος, Ἀνθ. Π. 11. 115.

French (Bailly abrégé)

ου;
adj. m.
qui lutte contre le froid.
Étymologie: ῥῖγος, μάχομαι.

Greek Monolingual

και ῥιγόμαχος, ὁ, Α
αυτός που μάχεται κατά του ψύχους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥῖγος + -μάχης / -μαχος (< μάχομαι), πρβλ. τειχο-μάχης, δορί-μαχος].

Greek Monotonic

ῥῑγομάχης: ή -χος[ᾰ], -ου, ὁ (μάχομαι), αυτός που πολεμά το κρύο, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ῥῑγομάχης: ου (ᾰ) adj. = ῥιγομάχος.

Middle Liddell

ῥῑγο-μάχης, ορ -χος, ου, μάχομαι
fighting with cold, Anth.