Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥικνοφυής

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ῥικνοφῠής Medium diacritics: ῥικνοφυής Low diacritics: ρικνοφυής Capitals: ΡΙΚΝΟΦΥΗΣ
Transliteration A: rhiknophyḗs Transliteration B: rhiknophyēs Transliteration C: riknofyis Beta Code: r(iknofuh/s

English (LSJ)

ές,

   A shrivelled or crooked-shaped, Hsch.

German (Pape)

[Seite 843] ές, krumm, schrumpflig von Natur, Beschaffenheit, Hesych. τὰς στρεβλὰς καὶ πεπιεσμένας.

Greek (Liddell-Scott)

ῥικνοφυής: -ές, στρεβλός, πεπιεσμένος, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-ές, Α
ρικνός, κυρτός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥικνός «ζαρωμένος, κυρτός» + -φυής (< φύομαι, μέσω ενός ουδ. φύος), πρβλ. μεγαλο-φυής].