Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥυγχελέφας

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ῥυγχελέφας Medium diacritics: ῥυγχελέφας Low diacritics: ρυγχελέφας Capitals: ΡΥΓΧΕΛΕΦΑΣ
Transliteration A: rhyncheléphas Transliteration B: rhynchelephas Transliteration C: rygchelefas Beta Code: r(ugxele/fas

English (LSJ)

αντος, ὁ,

   A with an elephant's trunk, AP11.204 (Pall.).

German (Pape)

[Seite 850] αντος, ὁ, mit einem Elephantenrüssel, Pallad. 39 (XI, 204).

Greek (Liddell-Scott)

ῥυγχελέφας: ὁ, ὁ ἔχων ῥύγχος ἐλέφαντος, Ἀνθ. Π. 11. 204.

Greek Monolingual

ο, Α
αυτός που έχει ρύγχος ελέφαντα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥύγχος + ἐλέφας.

Greek Monotonic

ῥυγχελέφας: ὁ, αυτός που έχει ρύγχος, προβοσκίδα ελέφαντα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ῥυγχελέφας: αντος adj. шутл. с хоботом, как у слона Anth.