Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥώννυμι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ῥώννῡμι Medium diacritics: ῥώννυμι Low diacritics: ρώννυμι Capitals: ΡΩΝΝΥΜΙ
Transliteration A: rhṓnnymi Transliteration B: rhōnnymi Transliteration C: ronnymi Beta Code: r(w/nnumi

English (LSJ)

Hp.Alim.2; ῥωννύω, Ti.Locr.103e, Gal.6.581: fut. ῥώσω (ἐπιρ-) Plu.2.9e: aor.

   A ἔρρωσα Arat.335, Plu.Pomp.76, (ἐπ-) Hdt.8.14, Th.4.36:—Pass., ῥώννῠμαι Plu.Rom.25, Cor.24, etc.: fut. ῥωσθήσομαι Apollod.1.6.3, (ἐπιρ-) Luc.Somn.18: aor. ἐρρώσθην Th.4.72, Pl.Phdr.238c, (ἐπ-) S.OC661: pf. ἔρρωμαι (v. infr.):—strengthen, τροφὴ ῥώννυσι Hp. l.c.; ῥ. τὰν ψυχὰν ποτ' ( πρὸς) ἀλκάν Ti.Locr. 103b; ὁρμάν ib.e; τὰς πόλεις Plu.Per.19: but    II mostly in pf. Pass. (with pres. sense) ἔρρωμαι, and plpf. ἐρρώμην (as impf.):—have strength or might, γέροντές ἐσμεν κοὐδαμῶς ἐρρώμεθα E.Heracl.636; ἐρρῶσθαι τὴν ψυχήν X.HG3.4.29; so ἐρρώσθη χρήμασιν Plu.Publ. 23.    2 to be eager, enthusiastic, glossed by προθυμεῖσθαι, Cratin. 411; ἔρρωντο ἐς τὸν πόλεμον Th.2.8, cf. 8.78, 4.72: c. inf., to be eager to do, ἔρρωτο πᾶς ξυνεπιλαμβάνειν Id.2.8, cf. Lys.13.31, Pl.Smp. 176b.    3 to be in good health, Th.7.15: freq. in imper. ἔρρωσο, farewell, the usual way of ending a letter, as in X.Cyr.4.5.33, and at the close of Pl.Ep.1, 2, and 10; ἔρρωσο πολλά Men.Georg.84; ἔρρωσθε Id.Pk.50; also φράζειν τινὶ ἐρρῶσθαι Pl.Phd.61b, D.18.152, 19.248; εἰ ἔρρωσαι . . καλῶς ἂν ἔχοι, ἐρρώμεθα δὲ καὶ αὐτοί PPetr.2p.27 (iii B.C.); εἰ ἔρρωσθε εὖ ἂν ἔχοι IG7.413 (Oropus, Senatus consultum, i B.C.), cf. SIG768 (Epist. Aug.).    4 freq. in part. ἐρρωμένος (q.v.).

German (Pape)

[Seite 854] auch ῥωννύω, stärken, kräftigen, bestärken, bekräftigen; ῥωννύουσι τὰν ὁρμάν, Tim. Locr. 103 e; ἔρῥωσε τὰς πόλεις εὐανδρίᾳ, Plut. Pericl. 19; ῥώσας τὸ σῶμα, Camill. 38. – Häufiger im pass. ῥώννυμαι, stark, kräftig werden, sein; οὐδαμῶς ἐῤῥώμεθα, Eur. Heracl. 636; seine Kraft brauchen, mit Kraft handeln, sich kräftig anstrengen; so wird bes. das perf. pass. mit Präfbdtg gebraucht; ἔῤῥωντο εἰς τὸν πόλεμον, sie richteten alle ihre Anstrengungen auf den Krieg, Thuc. 2, 8; οὕτω σφόδρα ἔῤῥωτο ἡ βουλή, mit dem inf., Lys. 13, 31; vgl. Plat. Conv. 176 b; ῥωσθεῖσα, Phaedr. 238 c; ἐῤῥώμεθα καὶ εὐτυχοῦμεν, Xen. Hell. 6, 3, 17; ἔῤῥωσο, lebe wohl, gehab dich wohl, am Schluß der Briefe gewöhnlicher Ausdruck; dah. πολλὰ ἐῤῥῶσθαι φράσας τῷ σοφῷ.Σοφοκλεῖ; ihm Lebewohl sagen, entsagen, Dem. 19, 248, vgl. 5, 22. 21, 39; gew. mit dem Nebenbegriffe des Verachtens. – Das part. ἐῤῥωμένος ist oben bes. angeführt. – Vgl. noch ῥώομαι.

Greek (Liddell-Scott)

ῥώννῡμι: Ἱππ. 380. 42· ῥωννύω Τίμ. Λοκρ. 103Ε· ῥώσω (ἐπιρ-) Πλούτ. 2. 9Ε: ἀόρ. ἔρρωσα Πλούτ., (ἐπ-) Ἡρόδ. 8. 14, Θουκ. 4. 36. - Παθ., ῥώννῠμαι Πλουτ. Ρωμ. 25, Κοριολ. 24, κτλ.: μέλλ. ῥωσθήσομαι Ἀπολλόδ. 1. 6, 3, (ἐπιρ-) Λουκ.: ἀόρ. ἐρρώσθην Θουκ. 4. 72, Πλάτ. Φαῖδρ. 238C, (ἐπ-) Σοφ.: πρκμ. ἔρρωμαι, ἴδε κατωτ. (ἴδε ἐν λέξ. ῥώομαι). Δίδω ἰσχύν, δύναμιν, δυναμώνω, τροφὴ ῥώννυσι Ἱππ. ἔνθ’ ἀνωτ.· ῥ. ἀλκάν, ὁρμὰν Τίμ. Λοκρ. ἔνθ’ ἀνωτ.· τὰς πόλεις Πλουτ. Περικλ. 19· ἀλλά, ΙΙ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κεῖται κατὰ πρκμ. μὲ σημασίαν ἐνεστ. ἔρρωμαι, καὶ ὑπερσ. ἐρρώμην (μὲ σημασίαν παρατ.)· - προβάλλω ἰσχύν, ἔχω ἰσχὺν ἢ δύναμιν, γυναῖκές ἐσμεν κοὐδαμῶς ἐρρώμεθα Εὐρ. Ἡρακλ. 686, πρβλ. Θουκ. 7. 15· ἔρρωντο ἐς τὸν πόλεμον ὁ αὐτ. 2. 8, πρβλ. 8. 78· ἐρρῶσθαι τὴν ψυχὴν Ξεν. Ἑλλ. 3. 4, 29 οὕτως, ἐρρώσθη χρήμασιν Πλουτ. Ποπλ. 23· - μετ’ ἀπαρ., ἔχω δύναμιν νὰ πράξω τι, εἶμαι πρόθυμος νὰ πράξω, ἔρρωτο πᾶς ξυνεπιλαμβάνειν Θουκ. 2. 8, πρβλ. Λυσίαν 132. 32, Πλάτ. Συμπ. 176Β. 2) συχν. ἐν τῇ προστ. ἔρρωστο, ἔχε ὑγείαν, χαῖρε, Λατ. vale, ὁ συνήθης τρόπος καθ’ ὃν ἐτελείωνον τὰς ἐπιστολάς, οἷον παρὰ Ξεν. ἐν Κύρ. 4. 5. 33, καὶ ἐν ταῖς ἀποδιδομέναις τῷ Πλάτωνι, κτλ.· ὡσαύτως, φράζειν τινὶ ἐρρῶσθαι, Λατ. valere jubere, Πλάτ. Φαίδων 61Β, Δημ. 278. 6., 419. 12. 3) μετοχ. ἐρρωμένος, = ῥωμαλέος, ἴδε ἐν λέξ.

French (Bailly abrégé)

impf. ἐρρώννυν, ao. ἔρρωσα, f. et pf. inus.
Pass. ῥώννυμαι, f. ῥωσθήσομαι, ao. ἐρρώσθην, pf. ἔρρωμαι, pqp. ἐρρώμην;
I. fortifier, acc.;
II. Pass. ῥώννυμαι (ao. ἐρρώσθην, pf. ἔρρωμαι au sens d’un prés., pqp. ἐρρώμην au sens d’un impf.) être fort, vigoureux ; particul. au pf. et au pqp.
1 être dans toute sa force ; fig. ῥώννυσθαι χρήμασιν PLUT être puissant par ses ressources ; part. ἐρρωμένος, η, ον fort, robuste;
2 être plein de force ou de résolution ἔς τι, pour qch;
3 faire tous ses efforts;
4 particul. comme formule d’adieu dans une lettre : ἔρρωσο XÉN portez-vous bien, adieu ! (cf. lat. vale) ; ἐρρῶσθαί τινι φράζειν ou εἰπεῖν PLAT dire à qqn de se bien porter, càd faire ses adieux à qqn, souv. avec ironie envoyer promener qqn.
Étymologie: R. Ῥω, être fort ; v. ῥώομαι.

English (Strong)

prolongation from rhoomai (to dart; probably akin to ῥύομαι); to strengthen, i.e. (impersonal passive) have health (as a parting exclamation, good-bye): farewell.

Greek Monolingual

και ῥωννύω ΜΑ
1. παρέχω δύναμη, ισχύ, δυναμώνω, ενισχύω
2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) ἐρρωμένος, -η, -ον ρωμαλέος, σθεναρός, σωματώδης
αρχ.
1. έχω καλή υγεία, υγιαίνω
2. (το β' εν. και το β' πληθ. πρόσ. προστ. μέσ. παρακμ.) ἔρρωσο και ἔρρωσθε
(στο τέλος επιστολής) έχε υγεία, χαίρε
3. παθ. ῥώννυμαι και ρωννύομαι
α) ενεργώ με δύναμη, βάζω τα δυνατά μου προκειμένου να πετύχω κάτι («ἔρρωντο εἰς τὸν πόλεμον», Θουκ.)
β) (με απαρμφ.) είμαι πρόθυμος να κάνω κάτι («οὕτω σφόδρα ἔρρωτο ἡ βουλὴ κακόν τι ἐργάζεσθαι», Λυσ.)
4. (συν. ο παθ. παρακμ., και υπερσ. με σημ. ενεστ.) ἔρρωμαι, ἐρρώμην είμαι ή γίνομαι ρωμαλέος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ο ενεστ. ῥώννυμι είναι νεώτερος σχηματισμός, ενώ αρχαιότεροι είναι οι τ. του αόρ. ἔρρωμαι και του ουσ. ῥώμη. Η οικογένεια του ρ. εμφανίζει θέμα ῥω(σ)- (πρβλ. ἄρ-ρωσ-τος), χωρίς να έχει εξακριβωθεί αν το -σ- είναι θεματικό (βλ. και λ. ῥώομαι). Κατά μία άποψη, που δεν φαίνεται πιθανή, πρόκειται για πελασγικό τ. που συνδέεται με τη λ. ὀργή. Ο τ. ῥωννύω αποτελεί θεματική μορφή του ῥώννυμι (πρβλ. πήγνυμι: πηγνύω)].

Greek Monotonic

ῥώννῡμι: μέλ. ῥώσω, αόρ. αʹ ἔρρωσα — Παθ., ῥώννῠμαι, αόρ. αʹ ἐρρώσθην, παρακ. ἔρρωμαι (ῥώομαι
I. δυναμώνω, κάνω κάτι δυνατό και ισχυρό, ενισχύω, ενδυναμώνω, σε Πλούτ.
II. 1. κυρίως σε Παθ. παρακ. (με σημασία ενεστ.) ἔρρωμαι και υπερσ. ἐρρώμην (με σημασία παρατ.), προβάλλω ισχύ, έχω δύναμη ή ισχύ, σε Ευρ., Θουκ.· με απαρ., έχω τη δύναμη να κάνω κάτι, είμαι πρόθυμος, έχω την επιθυμία να το κάνω, σε Θουκ.
2. συχνά, προστ. ἔρρωσο, στο καλό! αντίο! καλό ταξίδι! έχε γεια! χαίρε! Λατ. vale, σε Ξεν.· επίσης, φράζειν τινὶ ἐρρῶσθαι, Λατ. valere jubere, σε Πλάτ.
3. μτχ. ἐρρωμένος, = ῥωμαλέος.

Russian (Dvoretsky)

ῥώννῡμι: редко (только praes.) ῥωννύω
1) (aor. ἔρρωσα) делать сильным, укреплять, усиливать (τὰν ὁρμάν Plat.; τὰς πόλεις Plut.);
2) преимущ. pass. ῥώννῠμαι (aor. ἐρρώσθην, pf. в знач. praes. ἔρρωμαι, ppf. в знач. impf. ἐρρώμην); 2.1) быть сильным: γέροντές ἐσμεν κοὐδαμῶς ἐρρώμεθα (pl. = sing.) Eur. я стар, и нет у меня силы; ἕως αὐτοὶ ἔρρωντο μᾶλλον Thuc. пока они обладали большей силой; ἐρρωμένος τὴν ψυχήν Xen. сильный духом, мужественный; ἐρρωμένιος ῥωσθείς Plat. чрезвычайно сильный; ῥωννυμένοις τοῖς πράγμασιν Plut. когда силы были в расцвете; ἐρρώσθη χρήμασιν Plut. он был богат; 2.2) прилагать усилия, напрягать силы (ἐς τὸν πόλεμον Thuc.): ῥώννυσθαι ξυνεπιλαμβάνειν τινί Thuc. стараться помочь кому-л.; 2.3) быть здоровым: ἕως καὶ ἐρρώμεθα καὶ εὐτυχοῦμεν Xen. пока мы здоровы и счастливы; ἔρρωσο! Xen. будь здоров!, прощай! (обычная формула в конце письма); ἐρρῶσθαί τινι φράζειν Plat., Dem. послать кому-л. прощальный привет, распрощаться с кем-л. (тж. ирон.). - см. тж. ἐρρωμένος.

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: to strengthen, to invigorate, midd. to be, to become strong, also to insist on smth., to be determined (Pherekyd., Hp.).
Other forms: -ύω (Ti. Locr. a.o.), aor. ῥῶσαι (Hdt., Att.), pass. ῥωσθῆναι, fut. ῥώσω (Att.), very often perf. midd. w. pres. meaning ἔρρωμαι (Att.).
Compounds: Also w. ἐπι-, ἀνα-.
Derivatives: ῥώ-μη f. strength, vigour, power with -μαλέος strong (IA.), -σις (ἐπί-, ἀνά- ῥώννυμι) f. strenghtening, -στικός strengthening, strong (late), -στήριον παρορμητήριον Phot., -σταξ m. hold, support, bearer (Tz.), ἄ-ρρωστος weak, indisposed with ἀρρωστ-ία, -έω, -ημα a.o. (IA.); ῥωρός σφοδρός . H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The regular stemformation with generalized ῥω(σ)- cannot be old; in any case the present is an innovation (Schwyzer 697 w. lit.). A new present *ῥώσκομαι is indicated by ῥωσκομένως with power (Hp.). Further indications for a judgement do not exist; the etymology is unknown. Relation with ῥώομαι (s.v.) seems possible.

Middle Liddell

ῥώομαι
I. to strengthen, make strong and mighty, Plut.
II. mostly in perf. pass. (with pres. sense) ἔρρωμαι, and plup. ἐρρώμην (as imperf.):— to put forth strength, have strength or might, Eur., Thuc.:—c. inf. to have strength to do, be eager to do, Thuc.
2. often in imperat., ἔρρωσο, farewell, Lat. vale, Xen.; also, φράζειν τινὶ ἐρρῶσθαι, Lat. valere jubere, Plat.
3. part. ἐρρωμένος, = ῥωμαλέος, v. sub voce.