Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥῆγος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ῥῆγος Medium diacritics: ῥῆγος Low diacritics: ρήγος Capitals: ΡΗΓΟΣ
Transliteration A: rhē̂gos Transliteration B: rhēgos Transliteration C: rigos Beta Code: r(h=gos

English (LSJ)

εος, τό,

   A rug, blanket, in Hom. mostly in pl. (sg. in Il.9.661, Od.13.73, 118); ῥ. καλά, πορφύρεα, Il.24.644, Od.4.297; σιγαλόεντα 6.38, 11.189, etc.: used as covering of a bed, Il.9.661, 24.644, Od.3.349, etc.; or of a seat, 10.352; prob. a garment, 6.38: since, in 13.73,118, Hom. distinguishes ῥῆγος and λίνον, it is prob. that the ῥῆγος was of wool. (from ῥῆξαι, = βάψαι, acc. to Eust.782.20, but elsewhere this verb is written ῥέξαι, v. ῥέζω (B).)

German (Pape)

[Seite 840] τό, ein gefärbter Teppich, eine bunte Decke; oft bei Hom., bei dem sie gew. die Beiw. καλά, πορφύρεα oder σιγαλόεντα haben; sie dienen zu Decken über die Betten, Il. 24, 644 Od. 3, 349. 20, 141 u. sonst; od. über Sessel zu breiten, 10, 352; u. wie φᾶρος als Gewand, 6, 38; von λίνον ausdrücklich unterschieden, 13, 73, κὰδ δ' ἄρ' Ὀδυσσῆϊ στόρεσαν ῥῆγός τε λίνον τε, wie 118, also wahrscheinlich von Wolle. Vielleicht von ῥήγνυμι, wie ῥάκος, übh. ein Stück Zeug. Nach den alten Gramm. eine gefärbte Decke. Vgl. ῥηγεύς u. ä.

Greek (Liddell-Scott)

ῥῆγος: -εος, τό, σκέπασμα, κάλυμμα, «ἐφάπλωμα», συχν. παρ’ Ὁμήρ. ἐν τῷ πληθ. (ὁ ἑνικ. ἐν τῇ Ἰλ. Ι. 661, Ὁδ. Ν. 73, 118)· τὸ πλεῖστον μετ’ ἐπιθέτου, καλά, πορφύρεα Ἰλ. Ω. 664, Ὀδ. Α. 297· ἢ σιγαλόεντα, Ζ. 38, Λ. 189, κτλ.· ἦν δὲ τοῦτο ἐν χρήσει ἢ ὡς κάλυμμα κλίνης (ἴδε ἐν λέξει δέμνιον), Ἰλ. Ι. 661· Ω. 644, Ὀδ. Γ. 349, κτλ.· ἢ ἀνακλίντρου ἢ καθίσματος ὡς ὑπόστρωμα, Κ. 352· ὡσαύτως ὡς τὸ φᾶρος, ὡς ἱμάτιον, Ζ. 38· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν Ν. 73, 118, ὁ Ὅμηρος ῥητῶς διακρίνει τὸ ῥῆγος ἀπὸ τοῦ λίνου, εἶναι πιθανὸν ὅτι τὸ ῥῆγος ἦτο κατεσκευασμένον ἐξ ἐρίων· ἴδε Nitzsch εἰς Ὀδ. Γ. 349. (Τὰ ἐπίθετα καλά, προφύρεα, σιγαλόεντα ὑποστηρίζουσι τὴν ἐκ τοῦ ῥέζω (βάπτω) ἐτυμολογίαν). - Καθ’ Ἡσύχ.: «ῥῆγος· ῥάκος, περίστρωμα, σπάραγμα, προσκεφάλαιον».

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
étoffe teinte :
1 tapis ou couverture;
2 vêtement.
Étymologie: ῥέζω².

English (Autenrieth)

εος (ϝρ.): rug, blanket, probably of wool, opp. λίνον, Od. 13.73; often pl., mentioned as covers, cushions, for bed or chairs. (Od. and Il. 9.661, Il. 24.664.) (Cf. the Assyrian and Greek θρόνος with θρῆνυς attached.)

Greek Monolingual

και ρέγος, ρήγεος, τὸ, Α
1. κάλυμμα κλίνης ή καθίσματος, ιδίως από μαλλί («ἔβαλλε θρόνοις ἔνι ῥήγεα καλὰ πορφύρεα καθύπερθ'», Ομ. Οδ.)
2. (πιθ) ένδυμα, ρούχο
3. (κατά του Ησύχ.) «ῥῆγος
ράκος, περίστρωμα, σπάραγμα, προσκεφάλαιον».
[ΕΤΥΜΟΛ. Σιγμόληκτο ουδ. σχηματισμένο από την εκτεταμένη βαθμίδα του θ. ῥεγ- του ῥέζω (ΙΙ) «βάφω». Η σημασιολογική σύνδεση του τ. με το ρ. ῥέζω κατοχυρώνεται από το ερμήνευμα που έχει δοθεί στη φρ. «βαπτὸν στρῶμα». Ο τ. ῥεγος με βραχύ φωνηεντισμό είναι δευτερογενής (πρβλ. και λ. χρυσο-ραγές με φωνηεντισμό -α-)].

Greek Monotonic

ῥῆγος: -εος, τό, κάλυμμα, σκέπασμα, πάπλωμα, χρησιμ. όπως το υπόστρωμα ανάκλιντρου ή καθίσματος, σε Όμηρ.· επίσης, όπως το ένδυμα, ρούχο, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ῥῆγος: εος τό
1) (цветное) покрывало, покров Hom.;
2) одежда Hom.

Etymological

See also: s. 2. ῥέζω.

Middle Liddell

ῥῆγος, ος, εος, τό,
a rug, blanket, used as the covering of a bed or seat, Hom.; or as a garment, Od.