Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λευκοφλεγματία

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: λευκοφλεγμᾰτία Medium diacritics: λευκοφλεγματία Low diacritics: λευκοφλεγματία Capitals: ΛΕΥΚΟΦΛΕΓΜΑΤΙΑ
Transliteration A: leukophlegmatía Transliteration B: leukophlegmatia Transliteration C: lefkoflegmatia Beta Code: leukoflegmati/a

English (LSJ)

ἡ, A the beginning of dropsy (also called λευκὸν φλέγμα), dub. in Cels.3.21.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 35] ἡ, die Bleichsucht, Medic.; auch λευκὸν φλέγμα, τό, Hippocr.

Greek (Liddell-Scott)

λευκοφλεγμᾰτία: ἡ, ἡ ἀρχὴ τοῦ ὕδρωπος ἢ χλώρωσις, καλουμένη ὡσαύτως καὶ λευκὸν φλέγμα, Föes. Oecon. Hipp.

Greek Monolingual

λευκοφλεγματία, ἡ (Α) λευκοφλέγματος
είδος νόσου, η αρχή της υδρωπικίας.