Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φθίσις

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: φθῐ́σις Medium diacritics: φθίσις Low diacritics: φθίσις Capitals: ΦΘΙΣΙΣ
Transliteration A: phthísis Transliteration B: phthisis Transliteration C: fthisis Beta Code: fqi/sis

English (LSJ)

[ῐ], εως, ἡ, (φθίω):—A wasting away, perishing, decay, καρποῦ Pi.Pae.9.14; of the κόσμος, Ocell.1.4; opp. αὔξησις, Hp.VM6, Pl. Phd.71b; opp. αὔξη, Id.R.521e: pl., Id.Phlb.42d. 2 of the moon, waning, Arist.HA582b2, GA767a4. II of persons, atrophy, emaciation, Hp.Art.1. 2 esp. consumption, Hdt.7.88, Hp.Epid.1.24, Aph.5.11 (pl.), Arist.HA518b21 (pl.), EN1150b33, IG42(1).122.69 (Epid., iv B. C.), cf. φθόη. 3 contraction of the pupil of the eye, Gal.19.435, Aret.SD1.7, Aët.7.55.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1271] ἡ, Auszehrung, Abzehrung, Schwindsucht, Her. 7, 88; übh. das Schwinden, Abnehmen, καρποῦ Pind. frg. 74; Ggstz αὐξησις, Plat. Phaed. 71 b (wie Arist. gen. et interit. 1, 1); σώματος αὔξις καὶ φθίσις Rep. VII, 521 c, wie Phil. 42 d; auch σελήνης, Ggstz πλήρωσις, Arist. H. A. 7, 2.

Greek (Liddell-Scott)

φθίσις: [ῐ], -εως, ἡ, (φθίω, φθῖσω)· ἐλάττωσις, παρακμή, καρποῦ Πινδ. Ἀποσπ. 74. 8· ἀντίθετον τῷ αὔξησις, αὔξη, Ἱππ. περὶ Ἀρχ. Ἰητρ. 10, Πλάτ. Φαίδων 71Β, Πολ. 521Ε· ἐν τῷ πληθ., ὁ αὐτ. ἐν Φιλήβ. 42D· ― ἐπὶ τῆς σελήνης ὅταν ἀρχίζῃ νὰ φθίνῃ, νὰ χάνεται, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 2, 1, περὶ Ζ. Γεν. 4. 2, 3, κ. ἀλλ. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ἀτροφία, ἴσχνανσις, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 780· καὶ εἰδικώτερον, μαρασμός, κατάπτωσις, φθίσις, «χτικιό», Λατ. tabes, Ἡρόδ. 7. 88, Ἱππ. Ἀφορ. 1247, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. 3. 11, 14, Ἠθ. Νικ. 7. 8, 1· ― κατὰ τὸν Γαλην. τὸ Ἀττικώτερον ὄνομα ἦτο φθόη.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 dépérissement, extinction;
2 consomption ; phtisie, tuberculose.
Étymologie: φθίω.

English (Slater)

φθῐσις
   1 wasting πολέμοιο δὲ σᾶμα φέρεις τινός, ἢ καρποῦ φθίσιν; (Pae. 9.14)

Greek Monolingual

-εως, ἡ, ΜΑ
βλ. φθίση.

Greek Monotonic

φθίσις: [ῐ], -εως, ἡ (φθίω, φθίσω), ελάττωση, παρακμή, σε Πίνδ.· λέγεται για το φεγγάρι, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

φθίσις: εως (ῐ) ἡ
1) исчезновение, гибель (καρποῦ Pind.);
2) убывание, убыль (αὔξησις καὶ φ. Plat.): ἡ φ. τῆς σελήνης Arst. ущерб луны;
3) чахотка Her., Arst., Plut.

Middle Liddell

φθῐ́σις, εως, φθίω, φθίσω]
a perishing, decay, Pind.:—of the moon, a waning, Arist.