Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Isocrates

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

English > Greek (Woodhouse)

Ἰσοκράτης, Ἰσοκράτους, ὁ.

Latin > English (Lewis & Short)

Īsŏcrătes: is, m., = Ἰσοκράτης,>
I Isocrates, a celebrated orator and teacher of rhetoric at Athens, a pupil of Gorgias and the friend of Plato, Cic. Or. 52, 176; id. de Or. 2, 13, 57; id. Brut. 56, 204; Quint. 10, 1, 79 et saep.—
II Deriv.: Īsŏcrătēus or -īus, a, um, adj., of or pertaining to Isocrates, Isocratic: mos, Cic. Or. 61, 207; id. Fam. 1, 9, 23.—Subst.: Īsŏcrătīus, ĭi, m., a pupil of Isocrates, Lucil. ap. Gell. 18, 8, 1.

Latin > French (Gaffiot 2016)

Īsŏcrătēs,¹⁴ is, m. (Ἰσοκράτης), Isocrate [célèbre rhéteur athénien] : Cic. de Or. 2, 57 ; Or. 176.

Latin > German (Georges)

Īsocratēs, is, m. (Ἰσοκράτης), ein berühmter Rhetor in Athen, Schüler des Prodikus und Gorgias, Lehrer vieler ausgezeichneter Männer, Verfasser vieler Reden, von denen 21 noch erhalten sind, der aus angeborener Schüchternheit und aus Mangel an durchdringender Stimme nie öffentlich aufzutreten wagte, der aber durch kluge Ratschläge dem Staate nützte und den Sturz des Staates nach der Schlacht bei Chäronea sich so zu Herzen nahm, daß er sich selbst (89 Jahre alt) durch Hunger tötete (338 v. Chr.), Cic. Brut. 32. Quint. 10, 1, 79: Genet. Isocrati, Cic. or. 190; ad Att. 2, 1, 1: Akk. Isocraten, Cic. de sen. 23. Quint. 3, 1, 14. – Dav. Īsocratēus u. Īsocratīus, a, um (Ἰσοκράτειος), isokrateisch, mos, Vic.: ratio, Cic.: quod ἄτεχνον et Eisocratium est, Lucil. 186 (bei Gell. 18, 8, 2). – Plur. subst., Īsocratiī, ōrum, m., die Schüler od. Nachahmer des Isokrates, die Isokratiker, Gell. 18, 8, 1.

French (Bailly abrégé)

ους (ὁ) :
Isocrate;
1 orateur attique;
2 chef corinthien.

Russian (Dvoretsky)

Ἰσοκράτης: ους ὁ Исократ
1) сын Теодора, уроженец Афин, один из 10 крупнейших атт. ораторов, 436-338 гг. до н. э., окончил жизнь самоубийством после того, как Филипп Македонский разбил афинские и беотийские войска при Херонее Plat., Arst., Luc., Plut.;
2) один из коринфских военачальников во время Пелопоннесской войны Thuc.

Wikipedia EN

Isocrates (/aɪˈsɒkrəˌtiːz/; Greek: Ἰσοκράτης [isokrátɛ̂ːs]; 436–338 BC), an ancient Greek rhetorician, was one of the ten Attic orators. Among the most influential Greek rhetoricians of his time, Isocrates made many contributions to rhetoric and education through his teaching and written works.

Greek rhetoric is commonly traced to Corax of Syracuse, who first formulated a set of rhetorical rules in the fifth century BC. His pupil Tisias was influential in the development of the rhetoric of the courtroom, and by some accounts was the teacher of Isocrates. Within two generations, rhetoric had become an important art, its growth driven by social and political changes such as democracy and courts of law.

Wikipedia EL

Ο Ισοκράτης (436 π.Χ. - 338 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ρήτορας, ένας από τους δέκα Αττικούς ρήτορες. Ήταν από τους σπουδαιότερους ρητοδιδάσκαλους της κλασικής αρχαιότητας, που θεωρείται συγχρόνως ένας από τους παράγοντες που διαμόρφωσαν την πολιτική κατάσταση του καιρού του. Λίγο μεγαλύτερος από τον Πλάτωνα, υπήρξε λογογράφος και ρητοροδιδάσκαλος που έζησε και συνέγραψε στα ίδια με εκείνον πολιτισμικά και κοινωνικά πλαίσια του Πελοποννησιακού πολέμου και της μετάβασης από τον αποκαλούμενο χρυσό αιώνα στην περίοδο παρακμής της αθηναϊκής πόλης-κράτους. Η ανάμειξη του στα κοινά ήταν έμμεση, όταν με τους λόγους του προσπάθησε να παρέμβει στην πολιτική της Αθήνας εκφράζοντας πανελλήνιες ιδέες. Σώζονται 21 λόγοι του, 9 επιστολές και μερικά άλλα αποσπάσματα.

Translations

ar: إيسقراط; be: Ісакрат; bg: Исократ; ca: Isòcrates; cs: Isokratés; cy: Isocrates; da: Isokrates; de: Isokrates; el: Ισοκράτης; en: Isocrates; eo: Isokrato; es: Isócrates; eu: Isokrates; fa: ایسوکراتس; fi: Isokrates; fr: Isocrate; gl: Isócrates de Atenas; he: איסוקרטס; hu: Iszokratész; id: Isokratis; is: Ísókrates; it: Isocrate; ja: イソクラテス; kn: ಐಸಾಕ್ರಟೀಸ್; ko: 이소크라테스; la: Isocrates; lt: Isokratas; mk: Исократ; nl: Isocrates; no: Isokrates; pl: Izokrates; pt: Isócrates; ro: Isocrate; ru: Исократ; sh: Izokrat; sl: Izokrat; sq: Isokrati; sv: Isokrates; tr: İsokrates; uk: Ісократ; vi: Isocrates; zh: 伊索克拉底