Anonymous

στόλος: Difference between revisions

From LSJ
1,640 bytes added ,  30 December 2018
6
(38)
(6)
Line 24: Line 24:
{{grml
{{grml
|mltxt=ο, ΝΜΑ<br />[[σύνολο]] πολεμικών πλοίων, ναυτική [[δύναμη]], [[αρμάδα]] (α. «ο [[υδραίικος]] [[στόλος]] του 1821» β. «ο [[ελληνικός]] [[στόλος]]» γ. «[[στόλος]] [[χιλιοναύτης]]», <b>Αισχύλ.</b><br />δ. «[[νεών]] [[στόλος]]», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «[[εμπορικός]] [[στόλος]]» — [[ομάδα]] εμπορικών ή επιβατηγών πλοίων ή το [[σύνολο]] τών πλοίων μιας εταιρείας ή μιας χώρας<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[προετοιμασία]] για πόλεμο, [[εκστρατεία]] στην [[ξηρά]] ή στη [[θάλασσα]] (α. «ἐλέγετο ὁ [[στόλος]] [[εἶναι]] εἰς Πισίδας», <b>Ξεν.</b><br />β. «ὁ πρὸς Ἴλιον [[στόλος]]», <b>Σοφ.</b><br />γ. «στόλον... [[οὐκέτι]] κατὰ θάλασσαν στείλαντες, ἀλλὰ κατ' ἤπειρον», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>2.</b> [[ταξίδι]], [[αποστολή]] (α. «[[τρίτον]] στόλον ἡ ναῡς... στέλλεται», <b>Συνέσ.</b><br />β. «οὔ μοι μακρὸς εἰς Οἴτην [[στόλος]]», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>3.</b> [[σκοπός]] ταξιδιού ή αποστολής («τίς σ' ἐξῆρεν [[οἴκοθεν]] [[στόλος]];», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>4.</b> [[στρατιά]], [[στρατός]] («ἑπτάλογχον στόλον», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>5.</b> [[στολισμός]], [[ιματισμός]] («πραθέντος τοῡ στόλου εἰς [[βασίλεια]]», <b>επιγρ.</b>)<br /><b>6.</b> [[ομάδα]] ή [[πλήθος]] ανθρώπων<br /><b>7.</b> [[έκφυμα]], [[εξόγκωμα]] («στόλον μικρὸν ὀμφαλώδη», <b>Αριστοτ.</b>)<br /><b>8.</b> [[συντεχνία]] («[[στόλος]] σωληνοκεντῶν», <b>επιγρ.</b>)<br /><b>9.</b> το [[στέλεχος]] της ουράς τών ζώων<br /><b>10.</b> [[έμβολο]] πλοίου που απολήγει στο [[ακροστόλιο]] («εὐθὺς δὲ ναῡς ἐν νηὶ χαλκήρη στόλον ἔπαισεν», <b>Αισχύλ.</b>)<br /><b>11.</b> <b>φρ.</b> α) «[[στόλος]] παγκρατίου» — το [[παγκράτιο]] (<b>Πίνδ.</b>)<br />β) «[[στόλος]] λόγου» — [[διήγηση]] <b>(Εμπ.)</b><br />γ) «[[θηλυγενής]] [[στόλος]]» — [[ομάδα]] [[γυναικών]] (<b>Αισχύλ.</b>)<br />δ) «[[πρόπας]] [[στόλος]]» — όλος ο [[λαός]] (<b>Σοφ.</b>)<br />ε) «[[δρυοπαγής]] [[στόλος]]» — [[πάσσαλος]] (<b>Σοφ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμένη [[βαθμίδα]] <i>στολ</i>- του ρ. [[στέλλω]] (για τις σημ. της λ. [[στόλος]], <b>βλ. λ.</b> [[στέλλω]])].
|mltxt=ο, ΝΜΑ<br />[[σύνολο]] πολεμικών πλοίων, ναυτική [[δύναμη]], [[αρμάδα]] (α. «ο [[υδραίικος]] [[στόλος]] του 1821» β. «ο [[ελληνικός]] [[στόλος]]» γ. «[[στόλος]] [[χιλιοναύτης]]», <b>Αισχύλ.</b><br />δ. «[[νεών]] [[στόλος]]», <b>Θουκ.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «[[εμπορικός]] [[στόλος]]» — [[ομάδα]] εμπορικών ή επιβατηγών πλοίων ή το [[σύνολο]] τών πλοίων μιας εταιρείας ή μιας χώρας<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[προετοιμασία]] για πόλεμο, [[εκστρατεία]] στην [[ξηρά]] ή στη [[θάλασσα]] (α. «ἐλέγετο ὁ [[στόλος]] [[εἶναι]] εἰς Πισίδας», <b>Ξεν.</b><br />β. «ὁ πρὸς Ἴλιον [[στόλος]]», <b>Σοφ.</b><br />γ. «στόλον... [[οὐκέτι]] κατὰ θάλασσαν στείλαντες, ἀλλὰ κατ' ἤπειρον», <b>Ηρόδ.</b>)<br /><b>2.</b> [[ταξίδι]], [[αποστολή]] (α. «[[τρίτον]] στόλον ἡ ναῡς... στέλλεται», <b>Συνέσ.</b><br />β. «οὔ μοι μακρὸς εἰς Οἴτην [[στόλος]]», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>3.</b> [[σκοπός]] ταξιδιού ή αποστολής («τίς σ' ἐξῆρεν [[οἴκοθεν]] [[στόλος]];», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>4.</b> [[στρατιά]], [[στρατός]] («ἑπτάλογχον στόλον», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>5.</b> [[στολισμός]], [[ιματισμός]] («πραθέντος τοῡ στόλου εἰς [[βασίλεια]]», <b>επιγρ.</b>)<br /><b>6.</b> [[ομάδα]] ή [[πλήθος]] ανθρώπων<br /><b>7.</b> [[έκφυμα]], [[εξόγκωμα]] («στόλον μικρὸν ὀμφαλώδη», <b>Αριστοτ.</b>)<br /><b>8.</b> [[συντεχνία]] («[[στόλος]] σωληνοκεντῶν», <b>επιγρ.</b>)<br /><b>9.</b> το [[στέλεχος]] της ουράς τών ζώων<br /><b>10.</b> [[έμβολο]] πλοίου που απολήγει στο [[ακροστόλιο]] («εὐθὺς δὲ ναῡς ἐν νηὶ χαλκήρη στόλον ἔπαισεν», <b>Αισχύλ.</b>)<br /><b>11.</b> <b>φρ.</b> α) «[[στόλος]] παγκρατίου» — το [[παγκράτιο]] (<b>Πίνδ.</b>)<br />β) «[[στόλος]] λόγου» — [[διήγηση]] <b>(Εμπ.)</b><br />γ) «[[θηλυγενής]] [[στόλος]]» — [[ομάδα]] [[γυναικών]] (<b>Αισχύλ.</b>)<br />δ) «[[πρόπας]] [[στόλος]]» — όλος ο [[λαός]] (<b>Σοφ.</b>)<br />ε) «[[δρυοπαγής]] [[στόλος]]» — [[πάσσαλος]] (<b>Σοφ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμένη [[βαθμίδα]] <i>στολ</i>- του ρ. [[στέλλω]] (για τις σημ. της λ. [[στόλος]], <b>βλ. λ.</b> [[στέλλω]])].
}}
{{lsm
|lsmtext='''στόλος:''' ὁ ([[στέλλω]]),·<br /><b class="num">I. 1.</b> [[εφοδιασμός]], [[εξοπλισμός]] για πολεμικούς σκοπούς, [[εκστρατεία]] από [[ξηρά]] ή [[θάλασσα]], σε Ηρόδ., Τραγ. κ.λπ.· [[τεθριπποβάμων]] [[στόλος]], [[εφοδιοπομπή]] με [[τέθριππο]], με [[τέσσερις]] ίππους, σε Ευρ.<br /><b class="num">2.</b> γενικά, [[οδοιπορία]] ή [[ταξίδι]], σε Σοφ. κ.λπ.· <i>ἰδίῳ στόλῳ</i>, ταξιδεύοντας με δική μου [[πρωτοβουλία]], αντίθ. προς το <i>δημοσίῳ</i> ή <i>κοινῷ στόλῳ</i>, (εκπροσωπώντας την πόλη), σε Ηρόδ., Θουκ.<br /><b class="num">3.</b> [[σκοπός]] ή [[αιτία]] ενός ταξιδιού, [[αποστολή]], [[θέλημα]], [[υπηρεσία]] που έχει ανατεθεί σε κάποιον, σε Σοφ., Αριστοφ.<br /><b class="num">4.</b> [[οπλισμός]], [[εξοπλισμός]], [[στρατιά]] ή θαλάσσια [[δύναμη]], [[στόλος]], σε Αττ.· <i>οὐ πολλῷ στόλῳ</i>, δηλ. με ένα μόνον [[πλοίο]], σε Σοφ.· [[πρόπας]] [[στόλος]], όλος ο [[λαός]], στον ίδ.<br /><b class="num">5.</b> παγκρατίου [[στόλος]], περίφρ. αντί [[παγκράτιον]], σε Πίνδ.<br /><b class="num">II.</b> [[ἔμβολον]], [[έμβολο]] πλοίου, στον ίδ., σε Αισχύλ.
}}
}}