Anonymous

Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Changes

χανδόν

148 bytes added, 02:34, 31 December 2018
6
{{grml
|mltxt=και βοιωτ. τ. [[χάδαν]] Α<br /><b>επίρρ.</b><br /><b>1.</b> με ανοιχτό [[στόμα]], με άπληστη [[επιθυμία]], [[λαίμαργα]] («χανδὸν ἀμέτρητον δέκεται [[ποτόν]]», <b>Νίκ.</b> Θηρ.)<br /><b>2.</b> <b>μτφ.</b> σε μεγάλο βαθμό, υπερβολικά («χανδὸν ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου», Φιλόστρ.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> θ. <i>χᾰν</i>- του ρ. [[χαίνω]] (<b>βλ. λ.</b> [[χάσκω]]) <span style="color: red;">+</span> επιρρμ. κατάλ. -<i>δόν</i> (<b>πρβλ.</b> [[φανδόν]])].
}}
{{lsm
|lsmtext='''χανδόν:''' επίρρ., με το [[στόμα]] ορθάνοιχτο, απλήστως, σε Ομήρ. Οδ., Λουκ.
}}