Anonymous

συγκύπτω: Difference between revisions

From LSJ
m
Text replacement - "Arist. ''HA''" to "Arist.''HA''"
m (Text replacement - "Ueber" to "Über")
m (Text replacement - "Arist. ''HA''" to "Arist.''HA''")
 
(19 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=sygkypto
|Transliteration C=sygkypto
|Beta Code=sugku/ptw
|Beta Code=sugku/ptw
|Definition=<span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">bend forwards, stoop and lay heads together</b>, παιδάρια συγκύψανθ' ἅμα βληχᾶται <span class="bibl">Ar.<span class="title">V.</span>570</span>; <b class="b3">σ. πρὸς ἀλλήλας</b>, of mares, <span class="bibl">Arist. <span class="title">HA</span>572a23</span>: metaph., <b class="b3">οἱ κακοῦντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιεῦσι</b> they do it [[in concert]], <span class="bibl">Hdt.3.82</span>, cf. <span class="bibl">7.145</span>; καὶ συγκύψαντες ἅπαντες γελῶσιν <span class="bibl">Phryn.Com.3.6</span>; τοῦτο δ' εἰς ἕν ἐστι συγκεκυφός <span class="bibl">Ar.<span class="title">Eq.</span>854</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> [[draw together]], ἢν συγκύπτῃ τὰ κέρατα τοῦ πλαισίου <span class="bibl">X.<span class="title">An.</span>3.4.19</span>, cf. <span class="bibl">21</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> <b class="b2">to be bowed down, bent double</b>, as under a burden, <span class="bibl"><span class="title">Ev.Luc.</span> 13.11</span>, <span class="bibl">Philostr.<span class="title">Im.</span>2.20</span>; συγκεκῡφώς <span class="bibl">Them.<span class="title">Or.</span>7.90b</span>; σ. τῷ προσώπῳ <span class="bibl">LXX <span class="title">Jb.</span>9.27</span>; [[μελανίᾳ]] ib.<span class="bibl"><span class="title">Si.</span>19.26</span>.</span>
|Definition=<span class="bld">A</span> [[bend forwards]], [[stoop and lay heads together]], παιδάρια συγκύψανθ' ἅμα βληχᾶται Ar.''V.''570; <b class="b3">σ. πρὸς ἀλλήλας</b>, of mares, [[Aristotle|Arist.]]''[[Historia Animalium|HA]]''572a23: metaph., <b class="b3">οἱ κακοῦντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιεῦσι</b> they do it [[in concert]], [[Herodotus|Hdt.]]3.82, cf. 7.145; καὶ συγκύψαντες ἅπαντες γελῶσιν Phryn.Com.3.6; τοῦτο δ' εἰς ἕν ἐστι συγκεκυφός [[Aristophanes|Ar.]]''[[The Knights|Eq.]]''854.<br><span class="bld">2</span> [[draw together]], ἢν συγκύπτῃ τὰ κέρατα τοῦ πλαισίου X.''An.''3.4.19, cf. 21.<br><span class="bld">II</span> to [[be bowed down]], [[bent double]], as under a burden, ''Ev.Luc.'' 13.11, Philostr.''Im.''2.20; συγκεκῡφώς Them.''Or.''7.90b; σ. τῷ προσώπῳ [[LXX]] ''Jb.''9.27; [[μελανίᾳ]] ib.''Si.''19.26.
}}
}}
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0970.png Seite 970]] sich gegen einander bücken, Ar. Vesp. 570; zusämmenneigen, bes. sich beim Rudern gemeinschaftlich bücken, dah. gemeinschaftlich sich womit beschäftigen, Synes. – Übertr., zusammenhalten, unter einer Decke stecken, συγκύψαντες ποιοῦσι, sie handeln gemeinschaftlich, indem sie die Köpfe zusammensteckten, Her. 3, 82. 7, 185; τοῦτο δ' εἰς ἕν ἐστι συγκεκυφός, das Alles steckt unter einer Decke, Ar. Equ. 851. – Zusammenrücken, ἢν συγκύπτῃ τὰ κέρατα τοῦ πλαισίου, Xen. An. 3, 4, 19. 21.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0970.png Seite 970]] sich gegen einander bücken, Ar. Vesp. 570; zusämmenneigen, bes. sich beim Rudern gemeinschaftlich bücken, dah. gemeinschaftlich sich womit beschäftigen, Synes. – Übertr., zusammenhalten, unter einer Decke stecken, συγκύψαντες ποιοῦσι, sie handeln gemeinschaftlich, indem sie die Köpfe zusammensteckten, Her. 3, 82. 7, 185; τοῦτο δ' εἰς ἕν ἐστι συγκεκυφός, das Alles steckt unter einer Decke, Ar. Equ. 851. – Zusammenrücken, ἢν συγκύπτῃ τὰ κέρατα τοῦ πλαισίου, Xen. An. 3, 4, 19. 21.
}}
{{bailly
|btext=<i>ao.</i> συνέκυψα, <i>pf.</i> συγκέκυφα;<br /><b>1</b> s'incliner en se repliant sur soi-même ; <i>t. de tact.</i> opérer un mouvement convergent;<br /><b>2</b> s'incliner ensemble, <i>particul.</i> se pencher l'un vers l'autre;<br /><b>3</b> [[se pencher de manière à se toucher]] ; s'aboucher, se concerter pour agir ensemble ; <i>en mauv. part</i> [[conspirer]], [[comploter]].<br />'''Étymologie:''' [[σύν]], [[κύπτω]].
}}
{{elnl
|elnltext=συγ-κύπτω de hoofden naar elkaar buigen, samen ineenduiken; milit. naar elkaar toe buigen; ὁπότε... συγκύπτοι τὰ κέρατα telkens als de flanken (van het leger) naar elkaar toe bogen Xen. An. 3.4.21; overdr. de koppen bij elkaar steken, gaan samenwerken:. συγκύψαντες in samenwerking Hdt.; τοῦτο … εἰς ἕν ἐστι συγκεκυφός ‘dit alles vormt één blok’ Aristoph. Eccl. 854. gebogen of krom zijn:. ἦν συγκύπτουσα ze was kromgebogen (liep krom) NT Luc. 13.11.
}}
{{elru
|elrutext='''συγκύπτω:'''<br /><b class="num">1</b> [[склоняться]], [[наклоняться]], [[нагибаться]] (πρὸς ἀλλήλους Arst.);<br /><b class="num">2</b> [[быть согбенным]] (συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακύψαι NT);<br /><b class="num">3</b> [[сближаться]], [[сходиться]]: τὰ κέρατα συγκύπτει Xen. фланги сближаются; συγκύψαντες ποιεῦσι τὰ ποιεῦσι Her. в своих делах они действуют заодно; [[τοῦτο]] δ᾽ ἐς ἕν ἐστι συγκεκυφός Arph. (все) это сводится к одному.
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''συγκύπτω''': μέλλ. -ψω, [[κύπτω]] πρὸς τὰ ἐμπρός, [[κύπτω]] [[ὁμοῦ]] καὶ συνενῶ τὴν κεφαλήν μου [[μετὰ]] τῶν ἄλλων, [[κύπτω]] πρὸς τὸ αὐτὸ [[μέρος]], παιδάρια συγκύψανθ’ ἅμ’ μβληχᾶται Ἀριστοφ. Σφ. 570· σ. πρὸς ἀλλήλας, ἐπὶ φορβάδων, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 18, 11· ― μεταφορ., οἱ κακοῦντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιοῦσι, πράττουσι τοῦτο ἐκ συμφώνου, καὶ ἐν συνεννοήσει, Ἡρόδ. 3. 82, πρβλ. 7. 145· καὶ συγκύψαντας ἅπαντας γελῶσιν Φρύνιχ. Κωμικ. ἐν «Ἐφιάλτῃ» 1· τοῦτο δ’ ἐς ἕν ἐστι συγκεκυφὸς Ἀριστοφάν. Ἱππ. 854· ― [[καθόλου]], [[κύπτω]] πρὸς τὸ [[μέσον]], ἢν μὲν συγκύπτῃ τὰ κέρατα τοῦ πλαισίου Ξεν. Ἀν. 3. 4, 19, πρβλ. 21. ΙΙ. κάμπτομαι, συγκλίνομαι, ὡς ὑπὸ [[φορτίον]], Φιλόστρ. 843, Εὐαγγ. κ. Λουκ. ιγ΄, 11· συγκεκυφὼς Θεμίστ. 90Β· σ. τῷ προσώπῳ Ἑβδ. (Ἰὼβ Θ΄, 27)· [[ἐντεῦθεν]], [[ἐργάζομαι]] [[μετὰ]] κόπου, Συνέσ. 273Α.
|lstext='''συγκύπτω''': μέλλ. -ψω, [[κύπτω]] πρὸς τὰ ἐμπρός, [[κύπτω]] [[ὁμοῦ]] καὶ συνενῶ τὴν κεφαλήν μου μετὰ τῶν ἄλλων, [[κύπτω]] πρὸς τὸ αὐτὸ [[μέρος]], παιδάρια συγκύψανθ’ ἅμ’ μβληχᾶται Ἀριστοφ. Σφ. 570· σ. πρὸς ἀλλήλας, ἐπὶ φορβάδων, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 18, 11· ― μεταφορ., οἱ κακοῦντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιοῦσι, πράττουσι τοῦτο ἐκ συμφώνου, καὶ ἐν συνεννοήσει, Ἡρόδ. 3. 82, πρβλ. 7. 145· καὶ συγκύψαντας ἅπαντας γελῶσιν Φρύνιχ. Κωμικ. ἐν «Ἐφιάλτῃ» 1· τοῦτο δ’ ἐς ἕν ἐστι συγκεκυφὸς Ἀριστοφάν. Ἱππ. 854· ― [[καθόλου]], [[κύπτω]] πρὸς τὸ [[μέσον]], ἢν μὲν συγκύπτῃ τὰ κέρατα τοῦ πλαισίου Ξεν. Ἀν. 3. 4, 19, πρβλ. 21. ΙΙ. κάμπτομαι, συγκλίνομαι, ὡς ὑπὸ [[φορτίον]], Φιλόστρ. 843, Εὐαγγ. κ. Λουκ. ιγ΄, 11· συγκεκυφὼς Θεμίστ. 90Β· σ. τῷ προσώπῳ Ἑβδ. (Ἰὼβ Θ΄, 27)· [[ἐντεῦθεν]], [[ἐργάζομαι]] μετὰ κόπου, Συνέσ. 273Α.
}}
{{bailly
|btext=<i>ao.</i> συνέκυψα, <i>pf.</i> συγκέκυφα;<br /><b>1</b> s’incliner en se repliant sur soi-même ; <i>t. de tact.</i> opérer un mouvement convergent;<br /><b>2</b> s’incliner ensemble, <i>particul.</i> se pencher l’un vers l’autre;<br /><b>3</b> se pencher de manière à se toucher ; s’aboucher, se concerter pour agir ensemble ; <i>en mauv. part</i> conspirer, comploter.<br />'''Étymologie:''' [[σύν]], [[κύπτω]].
}}
}}
{{StrongGR
{{StrongGR
Line 23: Line 29:
}}
}}
{{Thayer
{{Thayer
|txtha=(T WH συνκύπτω (cf. [[σύν]], II. at the [[end]])); (from [[Herodotus]] [[down]]); to [[bend]] [[completely]] [[forward]], to be bowed [[together]] (cf. [[σύν]], II:3): by [[disease]], Sirach 19:26.)
|txtha=(T WH συνκύπτω (cf. [[σύν]], II. at the [[end]])); (from [[Herodotus]] down); to [[bend]] [[completely]] [[forward]], to be bowed [[together]] (cf. [[σύν]], II:3): by [[disease]], Sirach 19:26.)
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=Α [[κύπτω]]<br /><b>1.</b> [[σκύβω]] [[προς]] τα [[εμπρός]] και [[προς]] τα [[κάτω]] και [[ενώνω]] το [[κεφάλι]] μου με το [[κεφάλι]] άλλων<br /><b>2.</b> [[πλησιάζω]] [[κάτι]] σκύβοντας<br /><b>3.</b> [[γέρνω]] [[προς]] τα [[εμπρός]], [[καμπουριάζω]] σαν να [[είμαι]] πολύ φορτωμένος<br /><b>4.</b> [[κλίνω]] καταφατικά το [[κεφάλι]] μου και εγώ [[μαζί]] με άλλους, [[συγκατανεύω]]<br /><b>5.</b> [[εργάζομαι]] σκληρά, [[κοπιάζω]]<br /><b>6.</b> <b>μτφ.</b> [[συμπράττω]] [[μετά]] από [[συμφωνία]] («οἱ γὰρ κακοῡντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιεῡσι», <b>Ηρόδ.</b>).
|mltxt=Α [[κύπτω]]<br /><b>1.</b> [[σκύβω]] [[προς]] τα [[εμπρός]] και [[προς]] τα [[κάτω]] και [[ενώνω]] το [[κεφάλι]] μου με το [[κεφάλι]] άλλων<br /><b>2.</b> [[πλησιάζω]] [[κάτι]] σκύβοντας<br /><b>3.</b> [[γέρνω]] [[προς]] τα [[εμπρός]], [[καμπουριάζω]] σαν να [[είμαι]] πολύ φορτωμένος<br /><b>4.</b> [[κλίνω]] καταφατικά το [[κεφάλι]] μου και εγώ [[μαζί]] με άλλους, [[συγκατανεύω]]<br /><b>5.</b> [[εργάζομαι]] σκληρά, [[κοπιάζω]]<br /><b>6.</b> <b>μτφ.</b> [[συμπράττω]] [[μετά]] από [[συμφωνία]] («οἱ γὰρ κακοῦν
τες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιεῡσι», <b>Ηρόδ.</b>).
}}
}}
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''συγκύπτω:''' μέλ. <i>-ψω</i>, [[σκύβω]] προς τα [[εμπρός]], γέρνω και [[απλώνω]] το [[κεφάλι]] μου, ώστε να συναντήσει τα κεφάλια των άλλων, σε Αριστοφ.· μεταφ., <i>συγκύψαντες ποιοῦσι</i>, το έκαναν σε [[συνεννόηση]], συνωμοτώντας, σε Ηρόδ.· <i>ἐςἕν ἐστι συγκεκυφός</i>, [[ενεργώ]] [[κατόπιν]] συνεννοήσεως, σε Αριστ.· γενικά, [[παρατάσσω]] μαζί, [[σκύβω]] προς το εσωτερικό, λέγεται για πτέρυγες στρατεύματος, σε Ξεν.
|lsmtext='''συγκύπτω:''' μέλ. <i>-ψω</i>, [[σκύβω]] προς τα [[εμπρός]], γέρνω και [[απλώνω]] το [[κεφάλι]] μου, ώστε να συναντήσει τα κεφάλια των άλλων, σε Αριστοφ.· μεταφ., <i>συγκύψαντες ποιοῦσι</i>, το έκαναν σε [[συνεννόηση]], συνωμοτώντας, σε Ηρόδ.· <i>ἐςἕν ἐστι συγκεκυφός</i>, [[ενεργώ]] [[κατόπιν]] συνεννοήσεως, σε Αριστ.· γενικά, [[παρατάσσω]] μαζί, [[σκύβω]] προς το εσωτερικό, λέγεται για πτέρυγες στρατεύματος, σε Ξεν.
}}
{{elnl
|elnltext=συγ-κύπτω de hoofden naar elkaar buigen, samen ineenduiken; milit. naar elkaar toe buigen; ὁπότε... συγκύπτοι τὰ κέρατα telkens als de flanken (van het leger) naar elkaar toe bogen Xen. An. 3.4.21; overdr. de koppen bij elkaar steken, gaan samenwerken:. συγκύψαντες in samenwerking Hdt.; τοῦτο … εἰς ἕν ἐστι συγκεκυφός ‘dit alles vormt één blok’ Aristoph. Eccl. 854. gebogen of krom zijn:. ἦν συγκύπτουσα ze was kromgebogen (liep krom) NT Luc. 13.11.
}}
{{elru
|elrutext='''συγκύπτω:'''<br /><b class="num">1)</b> склоняться, наклоняться, нагибаться (πρὸς ἀλλήλους Arst.);<br /><b class="num">2)</b> быть согбенным (συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακύψαι NT);<br /><b class="num">3)</b> сближаться, сходиться: τὰ κέρατα συγκύπτει Xen. фланги сближаются; συγκύψαντες ποιεῦσι τὰ ποιεῦσι Her. в своих делах они действуют заодно; [[τοῦτο]] δ᾽ ἐς ἕν ἐστι συγκεκυφός Arph. (все) это сводится к одному.
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj