Anonymous

θηλύνω: Difference between revisions

From LSJ
m
Text replacement - " ;" to ";"
m (Text replacement - "   <span class="bld">" to "<span class="bld">")
m (Text replacement - " ;" to ";")
Line 14: Line 14:
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''θηλύνω''': ῡ. ἀόρ ἐθήλῡνα Εὐρ. Ἀποσπ., (ἐξ-) Στράβ. 251· πρκμ. τεθήλῠκα (-υγκα ;) μνημονεύεται ἐκ τοῦ Ἀριστ. ― Παθ., ἀόρ. ἐθηλύνθην, ἴδε κατωτ., (ἐξ-) Διον. Ἁλ. 13. 12· πρκμ. τεθήλυσμαι Ἱππ. 290. 8, Γαλην.· ἀλλὰ -υμμαι (ἐκ-) Πολύβ. 37. 2, 2, Λουκ. Θεῶν Διαλ. 5. 3, γ΄ ἑνικ. -υνται Δίων Κ. 50. 27, ἀπαρ. -ύνθαι (ἐκ-) Πολύβ. 32. 2, 3· ([[θῆλυς]]). Κάμνω τινὰ θηλυπρεπῆ, [[ἐκθηλύνω]], [[ἐκνευρίζω]], Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ξεν. Οἰκ. 4, 2· [[πραΰνω]], [[ἡσυχάζω]], [[Ζέφυρος]] [[κῦμα]] θηλύνει Ἀνθ. Π. 10. 4. ― Παθ., [[γίνομαι]] [[μαλακός]], αἱ σάρκες Ἱππ. π. Ἄρθρ. 820· ἐθηλύνθην [[στόμα]] (ἴδε ἐν λ. βαφὴ) Σοφ. Αἴ. 651· [[οὔπω]] ἐθηλύνθης, δὲν ἔδειξας ἀκόμα [[σημεῖον]] ὑποχωρήσεως, Ἀνθ. Π. 5. 251, πρβλ. 300· θηλυπρεπῶς φέρομαι, Βίων 15. 18· τᾷ μορφᾷ θηλύνετο Θεόκρ. 20. 14. ― Σπάν. παρ’ Ἀττ.
|lstext='''θηλύνω''': ῡ. ἀόρ ἐθήλῡνα Εὐρ. Ἀποσπ., (ἐξ-) Στράβ. 251· πρκμ. τεθήλῠκα (-υγκα;) μνημονεύεται ἐκ τοῦ Ἀριστ. ― Παθ., ἀόρ. ἐθηλύνθην, ἴδε κατωτ., (ἐξ-) Διον. Ἁλ. 13. 12· πρκμ. τεθήλυσμαι Ἱππ. 290. 8, Γαλην.· ἀλλὰ -υμμαι (ἐκ-) Πολύβ. 37. 2, 2, Λουκ. Θεῶν Διαλ. 5. 3, γ΄ ἑνικ. -υνται Δίων Κ. 50. 27, ἀπαρ. -ύνθαι (ἐκ-) Πολύβ. 32. 2, 3· ([[θῆλυς]]). Κάμνω τινὰ θηλυπρεπῆ, [[ἐκθηλύνω]], [[ἐκνευρίζω]], Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ξεν. Οἰκ. 4, 2· [[πραΰνω]], [[ἡσυχάζω]], [[Ζέφυρος]] [[κῦμα]] θηλύνει Ἀνθ. Π. 10. 4. ― Παθ., [[γίνομαι]] [[μαλακός]], αἱ σάρκες Ἱππ. π. Ἄρθρ. 820· ἐθηλύνθην [[στόμα]] (ἴδε ἐν λ. βαφὴ) Σοφ. Αἴ. 651· [[οὔπω]] ἐθηλύνθης, δὲν ἔδειξας ἀκόμα [[σημεῖον]] ὑποχωρήσεως, Ἀνθ. Π. 5. 251, πρβλ. 300· θηλυπρεπῶς φέρομαι, Βίων 15. 18· τᾷ μορφᾷ θηλύνετο Θεόκρ. 20. 14. ― Σπάν. παρ’ Ἀττ.
}}
}}
{{bailly
{{bailly