στήριξη

From LSJ

Τὸν εὖ ποιοῦνθ' (εὐποροῦνθ') ἕκαστος ἡδέως ὁρᾷ → Den, der ihm wohltut, freut ein jeder sich zu sehn

Menander, Monostichoi, 501

Greek Monolingual

η / στήριξις, -ίξεως, ΝΑ στηρίζω
νεοελλ.
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στηρίζω, το να στηρίζεται κάτι και να γίνεται σταθερό, στερέωση, εδραίωση, σταθεροποίηση
2. μτφ. α) θεμελίωση
β) παροχή βοήθειας, προστασία υποστήριξη
αρχ.
1. (για νόσο) κατάληξη, εντοπισμός σε ορισμένο σημείο ή όργανο του σώματος («στήριξις εἰς ὀφθαλμόν», Ιπποκρ.)
2. εδραία θέση, ακίνητη θέση («τῆς σελήνης τὰς ἕδρας στηρίξεις», Σχόλ. Αριστοφ.).