3,272,956
edits
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(ptext.*?)That(.*?\n}})" to "$1Tat$2") |
mNo edit summary |
||
Line 59: | Line 59: | ||
}} | }} | ||
{{mantoulidis | {{mantoulidis | ||
|mantxt=(=[[παίρνω]]). Ἀρχικό [[θέμα]] σλαβκαί σληβ-. Ρίζα λαβ-. Θέματα: α) ἀσθενές λαβ + [[πρόσφυμα]] ν μπροστά ἀπό τό χαρακτήρα καί αν [[μετά]] τό χαρακτήρα → λα-ν-β-άν-ω καί μέ [[τροπή]] τοῦ ν σέ μ → [[λαμβάνω]], [[β]]) ἰσχυρό: ληβ (μελλ. λήβ-σο-μαι → [[λήψομαι]]). Παρακείμενος: σε-σλαφ-α → σε-σληφ-α, μέ ἀφομοίωση τοῦ δευτέρου σ → σέ-λληφ-α καί μέ ἁ-πλοποίηση τῶν δύο λ, ἀντέκταση καί [[ἀποβολή]] τοῦ σ → [[εἴληφα]]. Μέσος παρακ.: σέ-σλαβ-μαι → σέ-σληβ-μαι → σέ-σλημμαι → σέ-λλημ-μαι → [[εἴλημμαι]].<br><b>Παράγωγα:</b> [[λαβή]], [[συλλαβή]], παραλαβή, ἀπολαβή, [[ἀντιλαβή]], χειρολαβή, [[εὐλαβής]], [[λαβίς]] (=[[χερούλι]]), [[λάφυρον]] (=[[λεία]] τοῦ πολέμου, πλιάτσικο), [[ἀμφιλαφής]] (=[[κατάφυτος]]), [[ἐργολάβος]], ἐργολαβῶ, [[ἐργολαβία]], [[λῆμμα]] (=[[κέρδος]]), [[λημματικός]], [[λημμάτιον]] (ὑποκορ.), [[λῆψις]] καί τά σύνθ. ( | |mantxt=(=[[παίρνω]]). Ἀρχικό [[θέμα]] σλαβκαί σληβ-. Ρίζα λαβ-. Θέματα: α) ἀσθενές λαβ + [[πρόσφυμα]] ν μπροστά ἀπό τό χαρακτήρα καί αν [[μετά]] τό χαρακτήρα → λα-ν-β-άν-ω καί μέ [[τροπή]] τοῦ ν σέ μ → [[λαμβάνω]], [[β]]) ἰσχυρό: ληβ (μελλ. λήβ-σο-μαι → [[λήψομαι]]). Παρακείμενος: σε-σλαφ-α → σε-σληφ-α, μέ ἀφομοίωση τοῦ δευτέρου σ → σέ-λληφ-α καί μέ ἁ-πλοποίηση τῶν δύο λ, ἀντέκταση καί [[ἀποβολή]] τοῦ σ → [[εἴληφα]]. Μέσος παρακ.: σέ-σλαβ-μαι → σέ-σληβ-μαι → σέ-σλημμαι → σέ-λλημ-μαι → [[εἴλημμαι]].<br><b>Παράγωγα:</b> [[λαβή]], [[συλλαβή]], [[παραλαβή]], [[ἀπολαβή]], [[ἀντιλαβή]], [[χειρολαβή]], [[εὐλαβής]], [[λαβίς]] (=[[χερούλι]]), [[λάφυρον]] (=[[λεία]] τοῦ πολέμου, πλιάτσικο), [[ἀμφιλαφής]] (=[[κατάφυτος]]), [[ἐργολάβος]], [[ἐργολαβέω|ἐργολαβῶ]], [[ἐργολαβία]], [[λῆμμα]] (=[[κέρδος]]), [[λημματικός]], [[λημμάτιον]] (ὑποκορ.), [[λῆψις]] καί τά σύνθ. ([[ἀνάληψις]], [[κατάληψις]], [[περίληψις]], [[ἀντίληψις]], [[ἀπόληψις]], [[ἐπίληψις]], [[μετάληψις]], [[πρόσληψις]], [[σύλληψις]], [[ὑπόληψις]], [[ἀνδροληψία]] (=σύλληψη [[ἀνδρῶν]] ἐνόχων), [[ληπτέος]], [[ληπτέον]], ([[διαληπτέον]], [[ἀντιληπτέον]], [[ἀναληπτέον]], [[ἀποληπτέον]], [[παραληπτέον]], [[μεταληπτέον]], [[ὑποληπτέον]], [[λήπτης]], [[παραλήπτης]], [[ἐργολήπτης]], [[ληπτικός]], [[ἐπιληπτικός]], [[ληπτός]], ([[ἄληπτος]], [[ἀνεπίληπτος]], [[ἐπίληπτος]], [[εὔληπτος]], [[νυμφόληπτος]], ([[καταληπτός]], [[παραληπτός]], [[περιληπτός]], [[ἀσύλληπτος]], [[δυσανάληπτος]], [[θρησκόληπτος]], [[ἀντιλήπτωρ]] (=[[βοηθός]]), [[συλλήβδην]] (=[[σύντομα]], [[περιληπτικά]]), [[καταλαμπτέος]]. | ||
}} | }} | ||
{{trml | {{trml |