διασπουδάζω: Difference between revisions

m
no edit summary
m (Text replacement - "</span> [[to be " to "</span> to [[be ")
mNo edit summary
 
(11 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=diaspoudazo
|Transliteration C=diaspoudazo
|Beta Code=diaspouda/zw
|Beta Code=diaspouda/zw
|Definition=<span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[do zealously]]:—and Pass., to [[be anxiously done]] or [[looked to]], τί μάλιστα ἐν ἁπασι διεσπούδασται τοῖς νόμοις; <span class="bibl">D.20.157</span>, cf. <span class="bibl">23.78</span>: c. inf., <b class="b3">δ. μὴ λαβεῖν ὑμᾶς</b> ib.182; διεσπούδαστο ἐλθεῖν <span class="bibl">J.<span class="title">AJ</span> 15.8.1</span>; <b class="b3">διεσπουδάζετο</b> abs., <span class="bibl">Arr.<span class="title">An.</span>7.23.8</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> to [[be zealous]], περί τι <span class="bibl">D.H.<span class="title">Lys.</span>14</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> [[employ electoral corruption]], <span class="bibl">D.C.36.38</span>: in fut. Med., <span class="bibl">Id.52.20</span>.</span>
|Definition=<span class="bld">A</span> [[do zealously]]:—and Pass., to [[be anxiously done]] or [[be anxiously looked to]], τί μάλιστα ἐν ἁπασι διεσπούδασται τοῖς νόμοις; D.20.157, cf. 23.78: c. inf., <b class="b3">δ. μὴ λαβεῖν ὑμᾶς</b> ib.182; διεσπούδαστο ἐλθεῖν J.''AJ'' 15.8.1; [[διεσπουδάζετο]] abs., Arr.''An.''7.23.8.<br><span class="bld">2</span> to [[be zealous]], περί τι D.H.''Lys.''14.<br><span class="bld">II</span> [[employ electoral corruption]], D.C.36.38: in fut. Med., Id.52.20.
}}
{{DGE
|dgtxt=<b class="num">1</b> [[poner todo su empeño]], [[poner todo su afán]] o [[poner todo su atención]] c. or. final καλῶς οὖν ποιήσεις ... [δια] σπουδάσας ὅπως ... <i>PSI</i> 347.4 (III a.C.) (dud.), c. prep. οἱ περὶ τὰς ἀντιθέσεις καὶ παρισώσεις διεσπουδακότες los que ponen todo su afán en las antítesis y los paralelismos</i> D.H.<i>Lys</i>.14.2, c. inf. πασῶν τῶν τοῦ σώματος ἡδονῶν κρατεῖν διεσπούδακεν Basil.M.31.1364B<br /><b class="num"></b>tb. en v. med., c. inf. διεσπούδασται μὴ λαβεῖν ὑμᾶς (τὴν πόλιν) D.23.182, διεσπούδαστο πάντας τοὺς ἐπισημοτάτους ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν ἅμιλλαν I.<i>AI</i> 15.270, c. prep. οὐκ ἐπὶ μεγάλοις μεγάλως διεσπουδάζετο puso un gran empeño en cuestiones sin importancia</i> Arr.<i>An</i>.7.23.8, en v. pas. τίνος οὖν ποθ' [[εἵνεκα]] ταῦθ' οὕτω διεσπούδασται; D.23.78, cf. 20.157, Aristid.<i>Or</i>.12.33, ἄλλαι ... καλαὶ πραγματεῖαι καὶ Ῥωμαίοις καὶ Ἕλλησιν εὖ μάλα διεσπουδασμέναι otras hermosas composiciones en que griegos y romanos han puesto todo su afán</i> D.H.<i>Orat.Vett</i>.3.2, καταφρονήσαντα τῶν ἄλλων ἁπάντων, ἃ τοῖς πολλοῖς διεσπούδασται Gal.1.245, cf. Lib.<i>Ep</i>.231.1, τὰ διεσπ[ουδασμέ] να las cosas que han sido objeto de una atención especial</i> Schubart <i>Gr.Lit.Pap</i>.38.99.<br /><b class="num">2</b> en mal sent. [[emplear todo tipo de argucias o métodos corruptos para el acceso a cargos públicos]] διασπουδάσαντες ἀπεδείχθησαν D.C.36.38.3<br /><b class="num">•</b>tb. en v. med., D.C.52.20.3.
}}
}}
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0603.png Seite 603]] 1) sehr eifrig betreiben; διεσπούδασται ist pass. Dem. 20, 157 τί [[μάλιστα]] ἐν ἅπασι τοῖς νόμοις διεσπούδασται, [[ὅπως]] μὴ γένηται, wie 23, 79, hat aber active Bdtg 23, 182 διεσπούδασται. μὴ [[λαβεῖν]] ὑμᾶς; wie das med. auch Arr. An. 7, 23, 13 hat: ἐν μεγάλοις [[μεγάλως]] διεσπουδάζετο, er strengte sich sehran. – 2) in der Bewerbung um ein Amt wetteifern, Dio Cass. 36, 21.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0603.png Seite 603]] 1) [[sehr eifrig betreiben]]; διεσπούδασται ist pass. Dem. 20, 157 τί [[μάλιστα]] ἐν ἅπασι τοῖς νόμοις διεσπούδασται, [[ὅπως]] μὴ γένηται, wie 23, 79, hat aber active Bdtg 23, 182 διεσπούδασται. μὴ [[λαβεῖν]] ὑμᾶς; wie das med. auch Arr. An. 7, 23, 13 hat: ἐν μεγάλοις [[μεγάλως]] διεσπουδάζετο, er strengte sich sehran. – 2) in der Bewerbung um ein Amt wetteifern, Dio Cass. 36, 21.
}}
}}
{{ls
{{bailly
|lstext='''διασπουδάζω''': ἀσχολοῦμαι εἴς τι [[μετὰ]] ζήλου, ἐπιμελοῦμαι πολύ, καὶ παθ., [[μετὰ]] ζήλου ἐνεργοῦμαι, ἀξιοῦμαι πολλῆς φροντίδος καὶ σπουδῆς, τί [[μάλιστα]] διεσπούδαστο; Δημ. 505. 8· ἂν καὶ ὁ αὐτὸς μεταχειρίζεται [[ὡσαύτως]] διεσπούδασται ἐπὶ ἐνεργ. σημασ., 681. 21. - Μέσ’, μετ’ ἐνεργ. σημασ., Ἀρρ. Ἀν. 7. 23, 12. 2) εἶμαι [[ζηλωτής]], [[περί]] τι Διον. Ἁλ. π. Λυσ. 14. ΙΙ. [[ἀντιπαραγγέλλω]], [[διαγωνίζομαι]] [[πρός]] τινα περὶ ἀρχῆς, Δίων Κ. 36. 21.
|btext=<b>1</b> [[se donner du mal]], [[s'appliquer avec zèle]];<br /><b>2</b> [[briguer une charge contre]] (un compétiteur).<br />'''Étymologie:''' [[διά]], [[σπουδάζω]].
}}
}}
{{bailly
{{elru
|btext=<b>1</b> se donner du mal, s’appliquer avec zèle;<br /><b>2</b> briguer une charge contre (un compétiteur).<br />'''Étymologie:''' [[διά]], [[σπουδάζω]].
|elrutext='''διασπουδάζω:''' тж. med. [[прилагать усилия]], [[стараться]], [[хлопотать]] (med. μὴ ποιεῖν τι Dem.): τί [[μάλιστα]] ἐν ἅπασι διεσπούδασται τοῖς νόμοις; Dem. что было предметом наибольших забот всего законодательства?
}}
}}
{{DGE
{{ls
|dgtxt=<b class="num">1</b> [[poner todo su empeño]], [[afán]] o [[atención]] c. or. final καλῶς οὖν ποιήσεις ... [δια] σπουδάσας ὅπως ... <i>PSI</i> 347.4 (III a.C.) (dud.), c. prep. οἱ περὶ τὰς ἀντιθέσεις καὶ παρισώσεις διεσπουδακότες los que ponen todo su afán en las antítesis y los paralelismos</i> D.H.<i>Lys</i>.14.2, c. inf. πασῶν τῶν τοῦ σώματος ἡδονῶν κρατεῖν διεσπούδακεν Basil.M.31.1364B<br /><b class="num">•</b>tb. en v. med., c. inf. διεσπούδασται μὴ λαβεῖν ὑμᾶς (τὴν πόλιν) D.23.182, διεσπούδαστο πάντας τοὺς ἐπισημοτάτους ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν ἅμιλλαν I.<i>AI</i> 15.270, c. prep. οὐκ ἐπὶ μεγάλοις μεγάλως διεσπουδάζετο puso un gran empeño en cuestiones sin importancia</i> Arr.<i>An</i>.7.23.8, en v. pas. τίνος οὖν ποθ' [[εἵνεκα]] ταῦθ' οὕτω διεσπούδασται; D.23.78, cf. 20.157, Aristid.<i>Or</i>.12.33, ἄλλαι ... καλαὶ πραγματεῖαι καὶ Ῥωμαίοις καὶ Ἕλλησιν εὖ μάλα διεσπουδασμέναι otras hermosas composiciones en que griegos y romanos han puesto todo su afán</i> D.H.<i>Orat.Vett</i>.3.2, καταφρονήσαντα τῶν ἄλλων ἁπάντων, ἃ τοῖς πολλοῖς διεσπούδασται Gal.1.245, cf. Lib.<i>Ep</i>.231.1, τὰ διεσπ[ουδασμέ] να las cosas que han sido objeto de una atención especial</i> Schubart <i>Gr.Lit.Pap</i>.38.99.<br /><b class="num">2</b> en mal sent. [[emplear todo tipo de argucias o métodos corruptos para el acceso a cargos públicos]] διασπουδάσαντες ἀπεδείχθησαν D.C.36.38.3<br /><b class="num">•</b>tb. en v. med., D.C.52.20.3.
|lstext='''διασπουδάζω''': ἀσχολοῦμαι εἴς τι μετὰ ζήλου, ἐπιμελοῦμαι πολύ, καὶ παθ., μετὰ ζήλου ἐνεργοῦμαι, ἀξιοῦμαι πολλῆς φροντίδος καὶ σπουδῆς, τί [[μάλιστα]] διεσπούδαστο; Δημ. 505. 8· ἂν καὶ ὁ αὐτὸς μεταχειρίζεται [[ὡσαύτως]] διεσπούδασται ἐπὶ ἐνεργ. σημασ., 681. 21. - Μέσ’, μετ’ ἐνεργ. σημασ., Ἀρρ. Ἀν. 7. 23, 12. 2) εἶμαι [[ζηλωτής]], [[περί]] τι Διον. Ἁλ. π. Λυσ. 14. ΙΙ. [[ἀντιπαραγγέλλω]], [[διαγωνίζομαι]] [[πρός]] τινα περὶ ἀρχῆς, Δίων Κ. 36. 21.
}}
}}
{{grml
{{grml
Line 27: Line 30:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''διασπουδάζω:''' μέλ. <i>-σω</i>, [[ασχολούμαι]] με ζήλο, καταπιάνομαι με [[κάτι]] με ενθουσιασμό — Παθ., πραγματοποιούμαι με [[θέρμη]] και ζήλο ή φροντίζομαι με [[προσοχή]], <i>τίμάλιστα διεσπούδαστο;</i>· ο Δημ., επίσης χρησιμοποιεί το <i>διεσπούδασται</i> με Ενεργ. [[σημασία]].
|lsmtext='''διασπουδάζω:''' μέλ. <i>-σω</i>, [[ασχολούμαι]] με ζήλο, καταπιάνομαι με [[κάτι]] με ενθουσιασμό — Παθ., πραγματοποιούμαι με [[θέρμη]] και ζήλο ή φροντίζομαι με [[προσοχή]], <i>τίμάλιστα διεσπούδαστο;</i>· ο Δημ., επίσης χρησιμοποιεί το <i>διεσπούδασται</i> με Ενεργ. [[σημασία]].
}}
{{elru
|elrutext='''διασπουδάζω:''' тж. med. прилагать усилия, стараться, хлопотать (med. μὴ ποιεῖν τι Dem.): τί [[μάλιστα]] ἐν ἅπασι διεσπούδασται τοῖς νόμοις; Dem. что было предметом наибольших забот всего законодательства?
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=fut. σω<br />to do [[zealously]]: Pass. to be [[anxiously]] done or looked to, τί [[μάλιστα]] διεσπούδαστο; Dem., who also uses διεσπούδασται in act. [[sense]].
|mdlsjtxt=fut. σω<br />to do [[zealously]]: Pass. to be [[anxiously]] done or looked to, τί [[μάλιστα]] διεσπούδαστο; Dem., who also uses διεσπούδασται in act. [[sense]].
}}
}}