3,277,121
edits
(36) |
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(mltxt.*?)ῑ(.*?\n\}\})" to "$1ῖ$2") |
||
Line 1: | Line 1: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=η / [[ῥίνη]], ΝΜΑ, και [[ρίνα]] Ν, και | |mltxt=η / [[ῥίνη]], ΝΜΑ, και [[ρίνα]] Ν, και ῥῖνα Α<br /><b>1.</b> λειαντικό όργανο, [[λίμα]]<br /><b>2.</b> <b>ζωολ.</b> <b>βλ.</b> [[ρίνα]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Άγνωστης ετυμολ. Αρχική σημ. της λ. [[ῥίνη]] [[πρέπει]] να θεωρηθεί η σημ. «[[λίμα]], λειαντικό όργανο», από την οποία προήλθε και η σημ. «[[είδος]] ψαριού», λόγω της σκληρής, τραχιάς υφής του δέρματός του. Έχει διατυπωθεί, όμως, και η [[άποψη]] ότι η λ. [[ῥίνη]] έχει προέλθει από τον τ. [[ῥινός]] «[[δέρμα]]» και δήλωνε αρχικά ένα [[είδος]] ψαριού με [[δέρμα]] τραχύ και στη [[συνέχεια]] χρησιμοποιήθηκε κατ' [[επέκταση]] για το λειαντικό όργανο. Ωστόσο, η [[άποψη]] αυτή δεν θεωρείται πιθανή, λόγω του ότι η λ. [[ῥινός]] αναφέρεται μόνο σε [[δέρμα]] ανθρώπου ή ζώου. Τέλος, υποθετική παραμένει η [[αναγωγή]] της λ. σε ένα ΙΕ ρ. με σημ. «[[σχίζω]], [[χαράζω]], [[τέμνω]]» (<b>βλ. λ.</b> [[ῥινός]])]. | ||
}} | }} |