λαφός: Difference between revisions

From LSJ

ὅσα μὲν τῆς ἰδίας τρυφῆς εἵνεκα Μειδίας καὶ περιουσίας κτᾶται → all the wealth that Meidias retains for private luxury and superfluous display

Source
(6_4)
 
(22)
Line 1: Line 1:
{{ls
{{ls
|lstext='''λαφός''': «ὁ ἀριστερᾷ χειρὶ χρώμενος» Ἡσύχ.
|lstext='''λαφός''': «ὁ ἀριστερᾷ χειρὶ χρώμενος» Ἡσύχ.
}}
{{grml
|mltxt=[[λαφός]] (Α)<br /><i>([[κατά]] τον <b>Ησύχ.</b>)</i> «ὁ ἀριστερᾷ χειρὶ χρώμενος».
}}
}}

Revision as of 07:30, 29 September 2017

Greek (Liddell-Scott)

λαφός: «ὁ ἀριστερᾷ χειρὶ χρώμενος» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

λαφός (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «ὁ ἀριστερᾷ χειρὶ χρώμενος».